Ροκ Περιοδικό - info@feelarocka.com

THERION - Η εξέλιξη του θηρίου από τις απαρχές μέχρι σήμερα


Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

 

therion

 

1η περίοδος: 1988 - 1995


Το ημερολόγιο έγραφε 1987 όταν τρεις πιτσιρικάδες στο Upplands Väsby της Σουηδίας, στα περίχωρα της Στοκχόλμης, αποφάσιζαν να δημιουργήσουν μία μπάντα. Ο Christofer Johnsson ανέλαβε το μπάσο (που είχε ξεκινήσει να παίζει μόλις τρεις μήνες πριν), ο Peter Hansson την κιθάρα και ο Oskar Forss ανέλαβε τα drums. Οι Johnsson και Forss ήταν συμμαθητές, ενώ ο Hansson είχε γνωριστεί με τον Johnsson σε κάποια άλλα groups που είχαν μετάσχει και οι δύο παλιότερα. Οι επιρροές αυτού του τρίο ήταν οι Metallica και οι Slayer. Καμία πρωτοτυπία. Το όνομα του συγκροτήματος ήταν Blitzkrieg. Επίσης καμία πρωτοτυπία. Αλλά, ο ήχος τους έφερνε περισσότερο σε Venom και Motorhead. Επίσης, καμία πρωτοτυπία για τους τότε εφήβους της Σκανδιναβίας που αποφάσιζαν να ασχοληθούν με τη μουσική.

Αυτό το «συγκρότημα» πρόλαβε να κάνει δύο live shows, και μετά διαλύθηκε λόγω διαφωνιών με τον Forss. Διαλύθηκε τον Μάρτιο του 1988, και λίγο αργότερα ο Johnsson αναμόρφωσε την μπάντα με τον Mika Tovalainen στα drums, τον ίδιο να αναλαμβάνει μαζί με τον Hansson τις κιθάρες, και τον Johan Hansson να αναλαμβάνει το μπάσο. Η μπάντα ονομάστηκε Megatherion, με την έμπνευση του ονόματος να έρχεται από το δίσκο To Mega Therion των θρυλικών Celtic Frost.

therion logo1
Μετά από μία αλλαγή προσωπικού στο μπάσο και τα drums (ήρθαν αντί των προαναφερθέντων οι Erik Gustafsson – ex Dismember – και Oskar Forss – επέστρεψε – αντίστοιχα), το 1989 οι Therion κυκλοφορούν τα πρώτα δύο demos τους. Οι τίτλοι τους είναι ενδεικτικοί του περιεχομένου. Πρώτο κυκλοφόρησε το Paroxysmal Holocaust, και μετά από λίγο το Beyond The Darkest Veils Of Inner Wickedness.

Το πρώτο demo, είναι μία κλασική περίπτωση DIY demo extreme μπάντας από τη Σουηδία. Ωμές και ιδιαίτερα επιθετικές συνθέσεις που «παίρνουν κεφάλια», lo-fi παραγωγή που στο σήμερα δεν ξέρουμε με σιγουριά να πούμε αν ήταν αποτέλεσμα χαμηλού budget ή «άποψη», και 400 παραπομπές σε μεγάλα συγκροτήματα της metal σκηνής, ανά 10 δευτερόλεπτα. Το μόνο θετικό στοιχείο που διαφαίνεται, είναι μία πορεία μέσα στις συνθέσεις. Δεν έχουμε απλά επαναλήψεις μερών. Υπάρχει μία συγκεκριμένη πορεία που διαγράφεται κατά τη διάρκεια των τραγουδιών. Επίσης, από τη χρήση «βάθους» στο μικρόφωνο του Matti Kärki και το περιστασιακό phaser που περνάει από τη τελική μίξη, βλέπουμε μία προσπάθεια των Therion (έχει ήδη κοπεί το “mega” από τα όνομα) να βγάλουν κάτι το διαφορετικό. Έχουν να πούνε κάποια πράγματα παραπάνω.

Το δεύτερο demo της μπάντας κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά. Ο Jonhsson δεν ήταν ικανοποιημένος με το αποτέλεσμα του πρώτου demo. Ανέλαβε εκείνος τα φωνητικά, και το αποτέλεσμα τον δικαίωσε, άσχετα αν ο ίδιος ακόμα και σήμερα δεν είναι ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, το δεύτερο demo των Therion είναι καλύτερο συνολικά από το πρώτο. Μόλις αρχίζει το Macabre Declension, καταλαβαίνουμε αμέσως ότι έχει δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις συνθέσεις. Αυτό είναι αξιοπερίεργο, μιας και πρόκειται για συνθέσεις που δημιουργήθηκαν την ίδια περίοδο με τις συνθέσεις του πρώτου demo. Όμως, προφανώς λόγω του αποτελέσματος που είχαν πριν, ο Jonhsson τις «ρετουσάρισε» λίγο παραπάνω.




Αυτό που συνειδητά δεν έχω αναφέρει μέχρις στιγμής, είναι το τι έπαιζαν οι Therion σε αυτά τα δύο demos. Και ο λόγος που δεν το έχω αναφέρει, είναι η ίδια η απάντηση. Οι Therion έπαιζαν καθαρό death metal της εποχής. Με τα περιστασιακά blastbeats, με κάποιας πρωτόλειας μορφής breakdowns, και με brutal φωνητικά φορτωμένα με αρκετό «βάθος». Βέβαια, η DIY νοοτροπία και η έλλειψη εξειδικευμένων γνώσεων φαίνεται σε αρκετά σημεία, και ιδιαίτερα στα blastbeats όπου «χάνονται» κάποια όργανα από το τελικό αποτέλεσμα. Φαίνεται όμως (και αποδείχτηκε ότι είναι) ένα ελπιδοφόρο ξεκίνημα.

Την επόμενη χρονιά, οι Therion συνεργάζονται με ένα τοπικό δισκάδικο (το House Of Kicks) για να τυπωθεί και να κυκλοφορήσει ένα ακόμα demo τους, το Time Shall Tell. Σε αυτό ο ήχος παρουσιάζει ακόμα μερικά σημάδια βελτίωσης. Το «βάθος» στον ήχο είναι πιο προσεγμένο, και δεν «εξαφανίζει» όργανα στα γρήγορα μέρη και στα blastbeats. Οι συνθέσεις παραμένουν στο ίδιο ύφος και δημιουργούνται με την ίδια νοοτροπία όπως μέχρι τώρα. Καθαρό death metal, με την κάθε σύνθεση να διαγράφει τη δική της πορεία. Σε αυτό το demo παρουσιάζονται και κάποια shrieking vocals, προφανές αποτέλεσμα επιρροής από την τοπική σκηνή της εποχής.

Το demo αυτό αποτελεί το «εισιτήριο» των Therion για ένα συμβόλαιο. Υπογράφουν στην Deaf Records για έναν δίσκο. Αυτός κυκλοφορεί το 1991 υπό τον τίτλο Of Darkness…. Αυτή είναι και η πρώτη 100% επαγγελματική δουλειά τους. Τα τραγούδια που αποτελούν τον δίσκο είναι γραμμένα από τον Johnsson την περίοδο ’87-’89. Το ύφος της μπάντας παραμένει κλασικό death metal, αν και σε αυτή τη μορφή των συνθέσεων βρίσκουμε και στοιχεία από thrash metal. Καθώς και κάποια πλήκτρα, που δεν υπήρχαν στα demos.

Πρόκειται για έναν αξιοπρεπή death metal δίσκο των αρχών της δεκαετίας, που όμως δεν τάραξε τον πλανήτη “metal μουσική”. Τα αντίστοιχης περιόδου έργα άλλων μεγάλων της Σουηδικής death metal σκηνής, είναι σαφώς ανώτερα. Επίσης, είναι ο μοναδικός δίσκος των Therion που έχει τόσο πολιτικοποιημένους στίχους, στα χνάρια πολλών hardcore punk συγκροτημάτων, των τελών της δεκαετίας του ’80. Βέβαια, στο σήμερα, και λαμβάνοντας υπόψιν μας και τη θέση του Johnsson για τον συγκεκριμένο δίσκο (τον θεωρεί ως «το ντεμπούτο του συγκροτήματος, και το τέλος μίας εποχής), μπορούμε να καταλάβουμε πως λειτούργησε αυτός ο δίσκος και οι συνθέσεις του στην εξέλιξη του συνθέτη Johnsson.

Η συνέχεια για τους Therion είχε καινούριο συμβόλαιο (με την Active Records), την αποχώρηση του Gustafsson από την μπάντα, και την κυκλοφορία του δεύτερου full-length δίσκου, οι οποίοι πορεύονται για την ώρα ως τρίο, με τον Johnsson να καλύπτει και το μπάσο.

therion logo2
Ο δεύτερος δίσκος τους τιτλοφορείται Beyond Sanctorum και κυκλοφόρησε το 1992. Εδώ έχουμε και την πρώτη ουσιαστική «στροφή» των Therion προς τον ήχο που θα διαμόρφωναν και θα τελειοποιούσαν τα επόμενα χρόνια. Αλλά, ακόμα και αυτή η στροφή έρχεται ως «εξέλιξη» μέσα στο δίσκο. Το πρώτο «υπονοούμενο» εμφανίζεται στα εισαγωγικά drums του Pandemonic Outbreak (δεύτερο τραγούδι του δίσκου), αλλά μένει εκεί μιας και εξελίσσεται σε ένα τυπικό mid-tempo death metal τραγούδι. Στο αμέσως επόμενο (και τρίτο του δίσκου) Chtulhu έχουμε κάποιες πρώτες στιχουργικές αναφορές σε διαφορετικά θέματα από το παρελθόν (και κυρίως σε θέματα από τη δουλειά το Lovecraft), αλλά το death metal υπόβαθρο του τραγουδιού κλέβει την παράσταση.

Και φτάνουμε στο τέταρτο τραγούδι του δίσκου, το Symphony Of The Dead. Μετά την πολύ μικρή εισαγωγή, εμφανίζονται πλήκτρα (τα οποία χειρίζεται ο Peter Hansson). Ένα μικρό θέμα στα πλήκτρα, που όμως κάνει τη διαφορά. Όσο προχωράει το τραγούδι, ακούμε τα καθαρά και οπερετικά φωνητικά των Anna Granqvist και Fredriq Lundberg. Ο ακροατής του δίσκου το 1992 πρέπει να έπαθε σοκ. Το death metal παραμένει η βάση του ήχου των Therion, αλλά πλέον έχουν προστεθεί στοιχεία που δείχνουν μία προσπάθεια διαφοροποίησης του συγκροτήματος από τα υπόλοιπα death metal συγκροτήματα της εποχής και της σκηνής. Και το συγκεκριμένο τραγούδι, είναι η διακήρυξη αυτής της διαφοροποίησης.




Μετά την κυκλοφορία του Beyond Sanctorum, οι Forss και Hansson αποχωρούν από το συγκρότημα. Ο Johnsson επιστρατεύει τους Piotr Wawrzeniuk (ex-Carbonized) για τα drums και Andreas Wahl για το μπάσο. Εκείνος συνεχίζει στις κιθάρες και φωνητικά, και αναλαμβάνει και τα πλήκτρα. Οι Therion υπογράφουν συμβόλαιο με καινούρια (πάλι) εταιρεία, και με τους προαναφερθέντες συν τον Magnus Barthelsson να βοηθάει στις κιθάρες και κυκλοφορούν τον τρίτο δίσκο, το Symphony Masses: Ho Drakon, Ho Megas.


ho drakon ho megas

Σχεδόν τα πάντα έχουν αλλάξει για τους Therion σε αυτή την κυκλοφορία τους. Σε μουσικό επίπεδο, έχουν εγκολπίσει στοιχεία από το doom metal, το goth rock, το progressive rock, τη jazz, συμφωνική και κλασική μουσική, folk στοιχεία και άλλα πολλά. Στιχουργικά, ο Johnsson μετά την ανάγνωση και ανάλυση των γραπτών του Lovecraft, και μετά την αναφορά του στον Chtulhu στην προηγούμενη κυκλοφορία, καταπιάνεται με πνευματικά και θρησκευτικά θέματα, αναφερόμενος στο qliphoth (σκοτεινές δυνάμεις στον Εβραϊκό μυστικισμό), τον μυθολογικό δαίμονα Lilith, και την Άβυσσο σύμφωνα με τον Aleister Crowley. Ένα ακόμα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του δίσκου, είναι οι 4 διαφορετικές γλώσσες που εμφανίζονται στους στίχους του: Αγγλικά, Αιγυπτιακά, Εβραϊκά και Enochian (η γλώσσα των αγγέλων σύμφωνα με τους John Dee και Edward Kelley).

Αυτός ο δίσκος είναι ακόμα πιο κοντά στο γνωστό (και μη εξαιρετέο) ύφος και ήχο των Therion. Επί το πλείστον mid-tempo και αργές συνθέσεις, με αρκετά εκτεταμένη χρήση πλήκτρων που δημιουργούν μία μυστικιστική ατμόσφαιρα. Δηλαδή, το βασικό ζητούμενο του Johnsson. Στις δομές τους, οι συνθέσεις πλέον πατάνε περισσότερο στο παραδοσιακό heavy metal (και στο doom metal), χωρίς να απαρνιούνται τα ξεπετάγματα σε ταχύτητες.

Ο δίσκος αποτέλεσε την πρώτη ολοκλήρωση διαμόρφωσης του ήχου των Therion. Εμπορικά δεν πήγε τόσο καλά, αν και πούλησε περισσότερα κομμάτια από ότι οι προηγούμενοι δύο μαζί. Κριτικά όμως, τα πήγε περίφημα. Η δυναμική του, σε σχέση με τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, είχε φανεί από την αρχή, και ας μην έσπασε τα ταμεία ή να αφήσει κοινό και κριτικούς με ανοικτό το στόμα.

Ακολούθησε μία στείρα περίοδος για τους Therion. Οι Bathelsson και Wahl παραιτήθηκαν, γιατί δεν έβγαζαν αρκετά χρήματα ούτε από τους δίσκους, ούτε από τις περιοδείες. Ο Johnsson έβαλε για ένα μικρό χρονικό διάστημα στον πάγο το συγκρότημα, και ανέβαλε χρέη τραγουδιστή στους Messiah (τραγούδησε μάλιστα στον δίσκο τους Underground). Ξαφνικά εμφανίζεται η Nuclear Blast και προσφέρει συμβόλαιο στους Therion. Εκείνοι ετοιμάζουν τον επόμενο δίσκο, και πριν τον κυκλοφορήσουν, βγάζουν το single The Beauty In Black. Προς έκπληξη του Johnsson, το single πούλησε 12.000 κομμάτια στην Ευρώπη, και έδειξε ότι ο κόσμος περίμενε τον επόμενο δίσκο των Therion.




Αυτός κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 1995, με τον τίτλο Lepaca Kliffoth. Πέραν των Johnsson (κιθάρες, φωνή και πλήκτρα), Wawrzeniuk (drums) και Fredrik Isaksson (μπάσο), συμμετέχουν οι Hans Groning (βαρύτονος), Claudia Maria Mokri (σοπράνο) σε 3 τραγούδια, και ο Harris Johns παίζει το πρώτο solo του The Beauty In Black.

Ο Johnsson έχει εγκαταλείψει τελείως τα brutal φωνητικά των μέχρι τώρα κυκλοφοριών των Therion. Ο καινούριος τρόπος με τον οποίο τραγουδάει είναι πολύ ιδιαίτερος. Χρησιμοποιεί τις δυναμικές σαν να τραγουδάει brutal, αλλά η χροιά της φωνής τους είναι καθαρή και ευδιάκριτη. Αντίστοιχα, ο συνολικός ήχος των Therion έχει ξεφύγει τελείως από το death metal του παρελθόντος, παρουσιάζοντας ξεκάθαρα πλέον στοιχεία συμφωνικής και κλασικής μουσικής. Σε αυτόν τον δίσκο υπάρχει εκτεταμένη χρήση πλήκτρων και πολλών μελωδιών, μαζί με πολλά στοιχεία από Περσική παραδοσιακή μουσική. Το πλαίσιο του ήχου των Therion για τα επόμενα χρόνια, έχει ολοκληρωθεί.


Μάρκος Σκυριανός



2η περίοδος: 1996 – 2001


therion logo3

Η κατάσταση για τους Therion και τον Christofer Johnsson προσωπικά ήταν "Do or Die". Ή θα ανέβαιναν σε budget και θα πήγαιναν σε άλλους μουσικούς δρόμους, ή μπορεί και να διέλυαν. Πάντως σε εποχές Leppaca Kliffoth και πίσω, δηλωμένα δεν επέστρεφε. Το τελευταίο δεν ήταν κακό album, έδειχνε ότι η μπάντα είχε σταθερά ανοδική πορεία αλλά όμως δεν ήταν ο δίσκος που θα εκτοξεύσει μια μπάντα με το «μπαμ» του. Έτσι πατώντας πάνω στην αγάπη για μουσική του ιθύνοντα νου της Nuclear Blast, ο Johnsson απαίτησε μεταξύ άλλων κάποιες καλύτερες συνθήκες, μεγαλύτερο budget και το γεγονός ότι δεν θα είναι ο frontman της μπάντας!! Τα περισσότερα τα κατάφερε και τα έκανε πράξη.

Το Theli που κυκλοφόρησε αρχές Αυγούστου του 1996 ήταν ένα τέτοιο album, δικαιώνοντας τον Johnsson και αναδεικνύοντας τα ένστικτα του πολυτάλαντου μουσικού. Ήταν η απαρχή της χρυσής εποχής αυτού του μουσικού Θεριού που έδειξε ένα δρόμο χωρίς προκαταλήψεις σε ένα σημαντικό αριθμό μπαντών της σκληρής μουσικής. Η πειραματική διάθεση και η δίψα για καινοτομίες των Therion φαίνονται και στο παρελθόν τους αλλά εδώ το πράγμα πήγε πολλά επίπεδα παραπέρα.

Ήταν η εποχή όπου η όπερα βγήκε ραντεβού με το heavy metal και οι Therion ήταν η πρώτοι που έκαναν το κονέ και μάλιστα με συνθέσεις οι οποίες θα βασίζονταν πάνω στο οπερετικό στοιχείο (είχε προηγηθεί λίγους μήνες πριν το Lingua Mortis των Rage που συνεργάστηκαν με την συμφωνική ορχήστρα της Πράγας σε διασκευές παλιών τους συνθέσεων).

Εδώ λοιπόν έχουμε μια πανστρατιά πλήκτρων και οπερετικών samples τα οποία ονομάστηκαν ”Barmbek Symphony Orchestra” από τον σιδηροδρομικό σταθμό του μετρό δίπλα στα Impuls Studio, ένα φημισμένο inside joke της μπάντας. Το 5ο album της μπάντας ήταν κομβικό, έκανε το «μπαμ» στη metal σκηνή και ήταν όντως το τελευταίο album που (δυστυχώς, κατ' εμέ) ο Johnsson τραγούδησε σε κάποια σύνθεσή του. Σαν guest κλήθηκε να τραγουδήσει στα μισά τραγούδια ο «πολύς» Dan Swanö και έκανε φοβερή δουλειά, προσδίδοντας ένα ακόμα μεγαλύτερο goth συναίσθημα στο album που ήταν σκοτεινό από μόνο του. Αυτή την μαγικά και όχι αποτρεπτικά σκοτεινή ατμόσφαιρα ήρθε να συμπληρώσει ο Αιγύπτιος θεός SET που βρίσκεται στο εξώφυλλο του δίσκου.

Ο δίσκος φυσικά σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα έκανε πωλήσεις που η μπάντα δεν είχε δει συνολικά στα περισσότερα albums της. Μάλλον εκείνη την περίοδο "γιόρταζαν" παραπάνω την δημιουργικότητά τους οι Therion με συνέπεια η μπάντα να αλλάξει σχεδόν ολόκληρη λόγω προβλήματος μελών με το αλκοόλ. Τα μάτια του Johnsson είχαν ανοίξει διάπλατα και τίποτα δεν έδειχνε να μπορεί να αποκόψει την πορεία του, πόσο μάλλον οι αλκοολικοί συνοδοιπόροι του.

therion logo4
Ενώ θα περίμενε κανείς να περάσει καιρός μέχρι το επόμενο δισκογραφικό χτύπημα, οι Therion μετά από κάτι λιγότερο από ένα χρόνο κυκλοφορούν ένα EP σε χρονική διάρκεια ενός ολόκληρου album. Η μπάντα το δικαιολόγησε σαν κυκλοφορία για τον εορτασμό των δέκα χρόνων παρουσίας της. Μετά λοιπόν τον εύπεπτο τίτλο του Theli μας έρχεται ο ουρανός σφοντύλι με το A'arab Zaraq – Lucid Dreaming, που ουσιαστικά είναι ένα συνονθύλευμα και περιέχει από διασκευές (αγαπημένο χόμπι της μπάντας), τραγούδια που δε χώρεσαν στο full length της προηγούμενης χρονιάς αλλά και μουσική από μια κουλτουρέ ταινία (Golden Embrace) που έγραψε το soundtrack της ο Johnsson. Τα δυο τραγούδια που ξέμειναν από το Theli είναι τα In Remembrance και Black Fairy με τον Dan Swanö στα φωνητικά. Το δεύτερο άνετα βρίσκονταν στο playlist αυτού του σημαντικού album. Πάντως η Ιαπωνική έκδοση περιείχε αυτή τη δυάδα των "κομμένων" όπως και τη διασκευή στο Fly To The Rainbow των Scorpions.

Από τις διασκευές κάποιες είναι όμορφες (Fly To The Rainbow), κάποιες αδιάφορες (Children Of The Damned – Iron Maiden, Here Comes The Tears – Judas Priest) και κάποιες βγάζουν ένα διασκεδαστικό συναίσθημα (Under Jolly Roger – Running Wild και με Peter Tägtgren στις κιθάρες να σπέρνει πανικό).




Τα τραγούδια του soundtrack είναι ένας σωστός λόγος για να πλήρωνες τότε την κυκλοφορία σε τιμή κανονικού album, όμως είναι για τους die hard fans που «πέθαιναν» να ακούσουν την πιο κλασικίζουσα πλευρά του Johnsson και τι εννοώ με αυτό. Τα τραγούδια του soundtrack υπήρξαν στην «γυμνή» τους μορφή σαν κλασσικές συνθέσεις και μετά στην πιο «ντυμένη» με κιθάρα, μπάσο, τύμπανα. Καλό θα είναι να δείτε και την ταινία για να δείτε πως "χορεύουν" οι συνθέσεις με την εικόνα.  

Ο δημιουργικός οίστρος του Johnsson συνεχίζεται σε αμείωτο ρυθμό και ένα χρόνο μετά το επετειακό τους βγαίνει το αληθινά επόμενο album μετά το Theli, το όνομα αυτού Vovin. Με την πρώτη ματιά, δυο ήταν φαινομενικά τα αρνητικά για αυτή την προσπάθεια. Πρώτον όταν μια μπάντα βρίσκεται σε τέτοιο δημιουργικό οργασμό, μπορεί να μην έχει 100% ευστοχία. Το δεύτερο στοιχείο ήταν πως το Vovin ουσιαστικά ήταν προσωπική δουλειά του Johnsson, που σε αυτό το album ανέλαβε εξ' ολοκλήρου τα ηνία. Όταν αυτό γίνεται σε ένα συγκρότημα το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα το επιθυμητό.


vovin

Φυσικά guest μουσικοί υπήρχαν και μάλιστα εντυπωσιακά ονόματα πέρασαν μια βόλτα από τα Woodhouse Studios, όπως μεταξύ άλλων ο Waldemar Sorychta που ανέλαβε τις κιθάρες, ο Ralf Scheepers (Primal Fear) και οι ανερχόμενες τότε Sarah Jezebel Deva (Cradle of Filth) και Martina Astner (Dreams of Sanity).

Όσοι περίμεναν στη γωνία τους Therion, έμειναν να τους περιμένουν αφού το Vovin συνεχίζει από εκεί που σταμάτησε το Theli αλλά πήγε και πολλά επίπεδα πάνω. Ένα απαίδευτο αυτί θα έλεγε πως αυτή είναι η φυσική συνέχεια και τίποτε παραπάνω, όμως η εξέλιξη βγάζει μάτια, ή μάλλον αυτιά.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το Wine Of Aluqah με τους ανατολίτικους σκοπούς, ή το σχεδόν power metal Wild Hunt με τα φωνητικά του κατάλληλου ανθρώπου την κατάλληλη στιγμή, Ralf Scheepers. Το όνειρο του Johnsson ήταν να κάνει το πιο συμφωνικό metal album όλων των εποχών. Και τα κατάφερε. Η αληθινή ορχήστρα έκανε το αποτέλεσμα ακόμα πιο grande, αν και η αψεγάδιαστη παραγωγή δεν σου αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Αυτό το κοκτέιλ metal με όπερας ήταν καλύτερο και από την ανακάλυψη του Mojito. Οι κιθάρες δεν ήταν αποκομμένες αλλά μέρος των εγχόρδων στην ορχήστρα. Η ατμόσφαιρα πάντα goth-ίζουσα και σκοτεινή, μυστηριακή ή απλά, Therion ατμόσφαιρα. Με αυτή την προσπάθεια ο Johnsson απέδειξε πως δεν χρειάζεται μόνο να στραμπουλήξεις δαχτυλάκια για να θεωρείσαι progressive.




Οι καλές/κακές συνήθειες συνεχίζονται και όπως με το Theli, έτσι και αμέσως μετά το Vovin οι Therion βγάζουν μια αμφιλεγόμενη κυκλοφορία. Όπως το A'arab Zaraq - Lucid Dreaming, έτσι και το Crowning Of Atlantis είναι μια κυκλοφορία που λίγους ικανοποιημένους αφήνει. Όταν ανεβαίνεις σε πωλήσεις και δισκογραφικά τότε είναι μαθηματικά σίγουρο ότι θα αρχίσουν και οι "τριβές" με τις εταιρείες και το management που ζητάνε όλο και περισσότερα. Έτσι δικαιολογείται και επίσημα η επιλογή της συγκεκριμένης κυκλοφορίας μετά το σφοδρό Vovin.

Ένα νέο τραγούδι που βαφτίζει την κυκλοφορία, κάποια σχετικά αδιάφορα περισσεύματα από το Vovin, κάποια live tracks για να πάρει μια γεύση ο ακροατής τι ανατριχίλες ζει ο κόσμος στις συναυλίες των Therion, μια διαφορετική, πιο light version του Clavicula Nox, και φυσικά οι αγαπημένες διασκευές για να φθάσει η κυκλοφορία σε full length album επίπεδα και να πουληθεί έτσι στα ράφια των καταστημάτων.




Ξεσηκωτικές οι διασκευές σε Loudness και Manowar με τον Ralf Scheepers να συνεχίζει να βρίσκεται φωνητικώς στο πλευρό του Johnsson και να κλέβει την παράσταση στις πιο heavy στιγμές των Therion, ενώ ακόμα και οι Accept θα αναρωτιούνται που θυμήθηκε ο Johnsson να διασκευάσει  το δικό τους Seawinds. Κυκλοφορία καθαρά για τους collectors.

Ο  Johnsson έχει ήδη το 90% του υλικού για το νέο album όπως δηλώνει και ο ίδιος. Έτσι στην ανατολή της νέας χιλιετίας κυκλοφορεί το Deggial, συνθετικά σαν προσωπικό project του Johnson αλλά εκτελεσμένο και ηχογραφημένο από σταθερό σύνολο. Φυσικά ο ξανθομάλλης ηγέτης των Therion δεν σκοπεύει να κάνει ένα νέο Vovin ή μια ρέπλικά του.


deggial

Η νέα δισκογραφική προσπάθεια απαρτίζεται μεν από κλασικίζοντα θέματα και οπερετικές φωνές, όμως η κατάσταση είναι πιο χαλιναγωγημένη. Οι κιθάρες κάνουν την επανάστασή τους, διαχωρίζονται από τα υπόλοιπα έγχορδα και έχουν ένα πιο ξεκάθαρο ρόλο ενώ βγάζουν ένα hard rock χαρακτήρα που δεν τον έχουμε παρατηρήσει σε άλλα albums. Αυτό που μένει ίδιο προς όφελος του ακροατή είναι το ατμοσφαιρικό στοιχείο και η σκοτεινή αύρα που σκεπάζει κάθε album των Therion. Το Deggial βγάζει μια ωριμότητα και για πολλούς είναι ανώτερο των προκατόχων του.

Η παραγωγή είναι η πιο ακριβή της εταιρείας μέχρι εκείνο το album, επιδεικνύοντας και την αμέριστη εμπιστοσύνη της Nuclear Blast. Ο frontman των Blind Guardian, Hansi Kürsch καλείται να γίνει μέρος του Deggial με τα φωνητικά του στο Flesh Of The Gods, και η απόδοσή του σε κάνει να αναρωτιέσαι γιατί δεν πέρασε παραπάνω ώρες στα Woodhouse Studios που προτίμησαν για δεύτερη συνεχόμενη φορά ο Johnsson και η παρέα του.

Όσοι γνωρίζουν καλά τους Τherion τότε θα γνωρίζουν και πως ο βασικός στιχουργός τους, Thomas Karlsson, δεν είναι μουσικός αλλά γνωστός αποκρυφιστής, φιλόσοφος και σε γενικές γραμμές για να μην το κουράζουμε, είναι ηγέτης ενός θρησκευτικού τάγματος  που ονομάζεται "Dragon Rouge". Από το Theli και μετέπειτα έχει αναλάβει με επιτυχία το στιχουργικό μέρος των Therion αφού οι στίχοι είναι ένας θεμελιώδης λόγος για την σκοτεινή και απόκρυφη ατμόσφαιρα που σέρνεται μεγαλοπρεπώς σε όλα της τα albums μέχρι τώρα.

Οι Σουηδοί λοιπόν σε αυτό το δέκατο full length album τους δε θα μπορούσαν να μην ασχοληθούν με την ιστορία τους και το ένδοξο παρελθόν τους, δηλαδή το Σκανδιναβικό. Το Secret Of The Runes του 2001 είναι το πιο ξεκάθαρο concept album της μπάντας μέχρι εκείνη τη στιγμή αφού όλα τα τραγούδια κινούνται γύρω από τους 9 κόσμους της Σκανδιναβικής μυθολογίας. Απίστευτο artwork με το βιβλιαράκι να σου εξηγεί χαρτί και καλαμάρι για την ιστορία πίσω από κάθε τραγούδι. Ουσιαστικά σου μαθαίνει τη Σκανδιναβική μυθολογία με τον πιο όμορφο και σαγηνευτικό τρόπο.

Η μουσική σε αυτό το album δεν έχει όμως αυτή την απόκρυφη σαγήνη των προηγούμενων δίσκων, τουλάχιστον όχι σε τόσο μεγάλο βαθμό. Είναι βαρύ όπως ο χειμώνας των Σκανδιναβών. Για παράδειγμα το Asgard είναι πολύ κοντά στο να το αποκαλέσεις viking metal. Σε αυτό βοηθάνε και οι Σουηδικοί στίχοι που δεν είναι καθόλου λίγοι. Όλα αυτά πιάνουν ακριβώς το mood και είναι ακριβή σε αυτό που θέλει να πετύχει ο Johnsson με τον Karlsson.


runes

Το Secret Of The Runes είναι το πρώτο album επίσης που ηχογραφήθηκε στο ιδιωτικό στούντιο του συγκροτήματος (Modern Art Studio), ένα όνειρο του Johnsson που έγινε πραγματικότητα. Φυσικά ο ήχος του ήταν παραπάνω από ικανοποιητικός αφού η σταθερή πλέον μπάντα μπορούσε να "κάψει" όσες στουντιακές ώρες ήθελε χωρίς πίεση χρόνου και χρήματος.

Στον αντίποδα είναι ένα δύσκολο μουσικά album και μερικές φορές ακούγεται κουρασμένο, ανακυκλωμένο όπως π.χ. μερικά κιθαριστικά riffs. Lead φωνές σπάνια θα ακούσεις και προσωπική μου άποψη είναι πως εδώ ταίριαζε γάντι ο Dan Swanö που είχε διαπρέψει στο Theli. Η digipack έκδοση ανεβάζει το βαθμό της κυκλοφορίας με την εξαιρετικότατη διασκευή στο Summernight City των Abba και στο Crying Days της αδυναμίας του Johnsson, δηλαδή των Scorpions με Uli Jon Roth στις κιθάρες.

Ούτε κρύο, ούτε ζέστη λοιπόν για τους περισσότερους οπαδούς των Therion που επιτέλους άκουσαν έστω και μέσω ψίθυρων τον αιρετικό Karlsson στο Ljusalfheim. Δεν τον ονομάζω αιρετικό άνευ λόγου και αιτίας αφού ο Σουηδός αποκρυφιστής είχε μια θεωρία για τους ρούνους που δεν ήταν δόκιμη στους κύκλους των ρουνολόγων.


Γιώργος Γράντης


3η περίοδος: 2002 – σήμερα


Μετά την περιοδεία του Secret Of The Runes, οι Therion είχαν στη διάθεσή τους 55 συνολικά τραγούδια. Πολλά από αυτά ήταν παλαιότερες συνθέσεις του Johnsson που δεν είχαν χρησιμοποιηθεί, αλλά και κάποιες ιδέες του του Johan και του Kristian Niemann. Σύμφωνα με τους ίδιους, το υλικό ήταν αρκετά καλό για να καλύψει τρεις δίσκους. Ό Johnsson ομως, θεώρησε λάθος την ηχογράφηση, κυκλοφορία και προώθηση τριών ξεχωριστών δίσκων. Κι αυτό υπό την έννοια ότι οι Therion όντας τόσο παραγωγικοί, στο τέλος αυτής της διαδικασίας θα βρίσκονταν με άλλα 55 τραγούδια να περιμένουν.

Έτσι λοιπόν, το συγκρότημα μπήκε στο studio, και στα μέσα του 2004 κυκλοφόρησε 21 από αυτά τα κομμάτια σε δύο albums. Τα Lemuria και Sirius B κυκλοφόρησαν ταυτόχρονα και ήταν διαθέσιμα είτε ξεχωριστά είτε μαζί σε digipack έκδοση. Πέραν του «βασικού» κορμού του συγκροτήματος, συνολικά 171 άτομα συμμετείχαν στη δημιουργία αυτών των δύο δίσκων, συμπεριλαμβανομένης της φιλαρμονικής ορχήστρας της Πράγας και μιας 32μελούς μικτής χορωδίας. Τέλος, ως guests στα lead φωνητικά συναντάμε τον Mats Levén και για ακόμα μία φορά τον Piotr Wawrzeniuk.

Όσον αφορά τους στίχους, οι δύο δίσκοι είναι ό,τι ακριβώς θα περίμενε κανείς. Τα μυθολογικά, φιλοσοφικά και αποκρυφιστικά θέματα του Thomas Karlsson, έρχονται σε πλήρη εναρμόνηση με τις επιταγές των συνθέσεων. Από την πλευρά του ο Johnsson οδηγεί τον μουσικό προσανατολισμό του συγκροτήματος ένα βήμα παραπέρα. Κρατώντας ως βάση το καθιερωμένο symphonic ύφος του, δανείζεται στοιχεία άλλοτε από «κοντινές» πηγές όπως το death (βλ. τα growls του Typhon) και άλλοτε από πιο «μακρινές» όπως το progressive rock, αλλά και η Neue Deutsche Härte (βλ. Feuer Overture-Prometheus Entfesselt). Το αποτέλεσμα είναι δύο albums τόσο διαφορετικά, ακόμα και μεταξύ τους (πιο επιθετικό το Lemuria, πιο λυρικό και μυσταγωγικό το Sirius B), μα και τόσο Therion ταυρόχρονα.




Αμέσως μετά την κυκλοφορία αυτών των δίσκων, το συγκρότημα βγήκε σε περιοδεία για δύο περίπου χρόνια δίνοντας 106 συναυλίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι το τελευταίο show αυτής της περιοδείας στις 21 Μαρτίου του 2006, σηματοδότησε και την απόσυρση του Johnsson από τον τoμέα των φωνητικών.


gothic kabbalah

Το 2007 οι Therion συνεχίζουν το σερί των πολύ καλών κυκλοφοριών με το Gothic Kabbalah, που σημειωτέον, είναι και το πρώτο album στην καριέρα της μπάντας που μπήκε στα σουηδικά charts. To album είναι αρκετά διαφορετικό από ό,τι είχαν κάνει μέχρι στιγμής σε αρκετούς τομείς. Πρώτα πρώτα, ο δίσκος είναι αποτέλεσμα συλλογικής προσπάθειας. Πριν, το κύριο βάρος των συνθέσεων το αναλάμβανε ο Johnsson και λίγο τα αδέρφια Niemann. Εδώ, σε πάνω από τα μισά τραγούδια έχουμε ενεργή συμμετοχή του drummer Peter Karlsson, που εντάχθηκε στην μπάντα ως full time member μετά την περιοδεία των Lemuria/ Sirius B. Τα δε Trul, Toms, The Falling Stone, καθώς και το ομότιτλο, είναι εξ’ ολοκλήρου δικές του συνθέσεις.

Από εκεί και πέρα, βλέπουμε μια αρκετά διαφορετική (με την καλή έννοια) συνθετική προσέγγιση. Το κλασικό symphonic ύφος των τραγουδιών εμπλουτίζεται με περισσότερα rock στοιχεία και με ένα ‘70s progressive άρωμα. Παράλληλα, τα οπερετικά φωνητικά περιορίζονται στο ελάχιστο. Tα καθαρά ανδρικά και γυναικεία φωνητικά των Mats Levén, Snowy Shaw, Katarina Lilja, Anna Nyhlin and Hannah Holgersson κυριαρχούν και κάνουν τα τραγούδια πιο άμεσα και προσιτά. Αυτή που μένει ίδια και αποτελεί σταθερή αξία είναι η στιχουργική του Thomas Karlsson, όπου εδώ ασχολείται με τον Σουηδό μυστικιστή Johannes Bures και το δόγμα του, την «Gothic Kabbalah».

Ακολούθησε μια περίοδος ριζικών αλλαγών για τους Therion, καθώς το 2008 και το 2009 αποχωρεί όλος ο «βασικός κορμός» της μπάντας, με τον Johnsson να μας καθησυχάζει ότι δεν πρόκειται για το τέλος του συγκροτήματος. Οι Johan και Kristian Niemann μετά από 9 χρόνια παραχωρούν τις θέσεις τους στους Nalle Påhlsson και Christian Vidal αντίστοιχα και ο Peter Karlsson αντικαθίσταται από τον Johan Koleberg πίσω από τα drums. Επιπλέον, βασικός τραγουδιστής της μπάντας είναι ο Thomas Vikström μαζί με τον Snowy Shaw και την Lori Lewis.

Δυστυχώς αυτές οι ριζικές αλλαγές δεν ευνόησαν τους Therion. Το 14ο album τους με τίτλο Sitra Ahra, που κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2010, έμελλε να είναι το πιο «αδύναμο» album του συγκροτήματος. Το album ακολουθεί τα βήματα του προκατόχου του, αναμιγνύοντας τον γνώριμο ήχο της μπάντας με ‘70s progressive rock περάσματα. Σε αντίθεση όμως με το Gothic Kabbalah, ο συνδυασμός δεν έγινε με την δέουσα αφοσίωση και προσοχή. Το αποτέλεσμα ήταν ένας χλιαρός μουσικά δίσκος, όπου η ομολογουμένως εξαιρετική δουλειά που έχει γίνει στα φωνητικά, να μην μπορεί να σώσει την κατάσταση. Κατά την συνήθη πρακτική των Therion, την κυκλοφορία του album ακολούθησε μια mini περιοδεία στην Κεντρική και Νοτια Αμερική και μια δίμηνη περιοδεία στην Ευρώπη.

Η τελευταία μέχρι στιγμής δισκογραφική δουλειά των Therion κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 2012 με τον τίτλο Les Fleurs Du Mal και πρόκειται για ένα ακόμα album διασκευών. Όποιος έχει παρακολουθήσει τους Therion από κοντά, ξέρει ότι το συγκρότημα το «έχει» καλά με τις διασκευές. Εδώ όμως, η ιδέα του Christopher Johnsson να διασκευάσει γαλλικά pop τραγούδια των ‘60s και των ‘70s και να τα αποδώσει στο στυλ των Therion δεν ήταν καθόλου καλή. Αυτό φαίνεται ακόμα και από την άρνηση της Nuclear Blast να υποστηρίξει μια τέτοια κίνηση, με αποτέλεσμα ο δίσκος να χρηματοδοτηθεί εξ’ ολοκλήρου από τον Johnsson, ο οποίος μάλιστα χαρακτήρισε το όλο εγχείρημα ως ένα “art project”.

Παρά την αξιοπρεπέστατη απόδοση των συμετεχόντων, ειδικά της Lori Lewis και του Thomas Vikström στα φωνητικά, ο δίσκος είναι μια κακή σελίδα στην ιστορία των Therion, με το Poupée De Cire, Poupée De Son να είναι η μοναδική καλή στιγμή του. Από εκεί και πέρα, το Les Fleurs Du Mal αξίζει μόνο να το έχει κάποιος που θέλει να έχει «τα πάντα» από Therion.




Από τον Σεπτέμβριο του 2012 ο Christopher Johnsson έχει ανακοινώσει την πρόθεσή του να συνθέσει μια rock opera με τους Therion. Το εγχείρημα καθώς και η μπάντα μπήκαν για λίγο στον πάγο, λόγω και της ενασχόλησης του Johnson με τους Luciferian Light Orchestra. Ο καιρός όμως πλησιάζει και το Beloved Antichrist αναμένεται με την ελπίδα να είναι μια δουλειά αντάξια των Therion.


Λεωνίδας Παπαδόδημας



Ομάδα Σύνταξης FeelA RockA