Ροκ Περιοδικό - info@feelarocka.com

THE SMITHS - Οι γιοί μιας εγκληματικά χυδαίας συστολής


Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017


The Smiths



Τριάντα χρόνια κλείνουν φέτος από τη διάλυση μιας από τις πλέον εμβληματικές και σημαίνουσες μπάντες των τελευταίων χρόνων. Οι εκ Manchester ορμώμενοι The Smiths, κατάφεραν μέσα σε μια πενταετία να παράγουν μουσικές, εικόνες και στίχους που έμελλε να επηρεάσουν τις επόμενες γενιές και να τους εξασφαλίσουν φανατικούς οπαδούς και ακροατές που ακόμα και σήμερα πίνουν νερό στο όνομά τους.

Από το καλοκαίρι του 1982 που ο Johnny Marr και ο Stephen Patrick Morrissey έγραψαν τα πρώτα κομμάτια μαζί, τα Suffer Little Children και The Hand That Rocks The Cradle, θέτοντας ουσιαστικά τις βάσεις για το σχηματισμό του group, μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1987 που κυκλοφορεί ο τελευταίος studio δίσκος τους και επέρχεται η οριστική ρήξη, πολύ νερό κύλησε στο αυλάκι. Τα πέντε αυτά χρόνια απέδειξαν ότι το φαινόμενο των The Smiths ήταν ακριβώς το αντίθετο από το κοινότυπο, βαρετό και ευρέως επαναλαμβανόμενο – στη Γηραιά Αλβιόνα – όνομά τους.

Οι The Smiths παραμένουν ακόμα, 35 χρόνια από τον σχηματισμό, τους μια cult μπάντα γιατί συνδύασαν επιτυχημένα πολλά και διαφορετικά στοιχεία. Τις επιρροές τους από τη λογοτεχνία και το cinema των 60s, εμφανείς στο artwork των albums και των singles που κυκλοφόρησαν αλλά και σε πολλούς στίχους τους. Τα μουσικά πατήματα σε μπάντες όπως οι Echo & The Bunnymen, οι New York Dolls, οι The Velvet Underground και πολλοί ακόμα. Ικανοτάτους μουσικούς στο rhythm section (Andy Rourke, Mike Joyce) αλλά κυρίως τον συγκερασμό της μουσικής ιδιοφυΐας ονόματι Johnny Marr με την ιδιαιτέρα χαρισματική persona του Morrissey που γράφει με βιτριολικό χιούμορ, λυρισμό και παιγνιώδη διάθεση για την απογοήτευση και τη σεξουαλική απόρριψη αλλά και για πολιτική, για την Thatcher, τη Βασίλισσα και τη βία. Και δεν είναι λίγοι αυτοί που σκέφτονται αν τα πράγματα θα είχαν πάει διαφορετικά αν, αντί να δισκογραφούσαν για τη Rough Trade, τους είχε τελικά επιλέξει η EMI. Όπως και να ‘χει, και επειδή ποτέ δε θα μάθουμε, ας δούμε μαζί τα τέσσερα studio albums που καταγράφουν και αναδεικνύουν (εν μέρει, καθώς υπάρχουν και πολυάριθμα singles) το φαινόμενο των The Smiths.

Μάντω Τερζή


The Smiths (20 Φεβρουαρίου 1984)


The Smiths - The SmithsΑπό τα φιλιά κάτω από τη σιδερένια γέφυρα που κατέληγε στο σχολείο του Morrissey (“Under the iron bridge we kissed/And although I ended up with sore lips/It just wasn't like the old days anymore” – Still Ill) μέχρι τις δολοφονίες των παιδιών στο Saddleworth Moor έξω από το Manchester (“Oh, the child is on the moor …/ Oh Manchester, so much to answer for” – Suffer Little Children), αν υπάρχει ένας δίσκος των The Smiths που είναι τόσο «Manchester» από την αρχή μέχρι το τέλος, είναι αυτός. Κυκλοφόρησε στη βρετανική αγορά τον Φεβρουάριο του 1984 και έφτασε μέχρι το νούμερο 2 των charts. Είχε βέβαια προηγηθεί η κυκλοφορία κάποιων από τα κομμάτια που συμπεριλαμβάνονται στο δίσκο σε 7’’ και 12’’ singles (Hand In Glove, This Charming Man, What Difference Does It Make, Suffer Little Children) κατά την προσφιλή συνήθεια του συγκροτήματος που υποστήριζε μέχρι τη διάλυσή του ότι ήταν μία “singles band” και όχι μία “albums band”. Αυτός ο πρώτος δίσκος επιβεβαιώνει κατά κάποιο τρόπο αυτή τους την άποψη. Πολλοί συμφωνούν, συμπεριλαμβανομένων των The Smiths, ότι η παραγωγή στον ομώνυμο δίσκο ήταν μάλλον flat και άνευρη, και δεν κατάφερε να αποδώσει τη δύναμη των κομματιών και να δώσει στους ακροατές του δίσκου την κλιμάκωση και συνοχή που είναι εμφανείς στους επόμενους δίσκους. Μάλλον αναμενόμενο θα έλεγε κάποιος, αν λάμβανε υπόψη του τα προβλήματα που είχαν προκύψει με αλλαγές παραγωγών και studios που καθυστέρησαν την κυκλοφορία και ουσιαστικά περιόρισαν την ηχογράφηση σχεδόν στον ένα μήνα.

Παρόλο που τα κομμάτια φαίνονται να είναι κάπως ακατέργαστα και σίγουρα θα επιδέχονταν περαιτέρω επεξεργασία, τόσο μουσικά όσο και εκφραστικά – η διαφορά στη φωνή του Morrissey σε σχέση με τους επόμενους δίσκους είναι φανερή – και σίγουρα δεν αποτυπώνουν την ενέργεια της μπάντας . Εντούτοις, δεν μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι αποτελεί έναν δίσκο-σταθμό στην ιστορία των 80’s, κατά πολύ διαφορετικό από ό,τι κυκλοφορούσε παράλληλα εκείνη την εποχή.

Ξεκινώντας από το εξώφυλλο του δίσκου, ένα καρέ από την ταινία Flesh του σκηνοθέτη Paul Morrissey (τυχαίο;), έρχεται σε αντίθεση με τις εικόνες που κοσμούσαν τα μέχρι τότε εξώφυλλα και δείχνει τη συμπάθεια του συγκροτήματος στα 60’s. Το περιεχόμενο των στίχων μιλά για θέματα γνωστά αλλά από άλλες οπτικές γωνίες με αποτέλεσμα να προκαλούν, ίσως και να σοκάρουν. Σίγουρα πάντως σε βάζουν σε σκέψη. Η μουσική τους εναλλάσσεται διαρκώς από ήρεμο και απαλό downtempo σε φασαριόζικα και δυνατά sections. Αυτά τα 3 στοιχεία, κάνουν το ντεμπούτο των The Smiths να μην είναι η γροθιά στο στομάχι που θα περίμενε κανείς, αλλά σίγουρα δίνει το στίγμα μιας μπάντας που, αν και βραχύβια, ήρθε να αφήσει ιστορία και να εμπνεύσει πολλούς.

Μαρία – Χριστίνα Καραφυλιάδου



Meat Is Murder (11 Φεβρουαρίου 1985)


The Smiths - Meat is MurderΤο δεύτερο studio album των The Smiths κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1985 και σύντομα ανέβηκε στην πρώτη θέση των βρετανικών charts. Από το εξώφυλλο κιόλας (φωτογραφία από το φιλμ του 1969 In The Year Of The Pig όπου το “make love, not war” του πρωτοτύπου έχει έξυπνα  αντικατασταθεί με το “meat is murder”) οι The Smiths, και ειδικότερα ο Morrissey, εκφράζουν την ήδη γνωστή θέση τους υπέρ των δικαιωμάτων των ζώων, εξισώνοντας, κατά κάποιο τρόπο, τη σφαγή τους με αυτή των ανθρώπων κατά τη διάρκεια ενός πολέμου. Δείχνουν, λοιπόν, ξεκάθαρα τους σκοπούς τους: το album αυτό θα απέχει από τον λυρισμό και τα διφορούμενα και αμφιλεγόμενα νοήματα του πρωτόλειου The Smiths του 1984 και δε θα μασήσουν τα λόγια τους.

Η λέξη-κλειδί που χαρακτηρίζει το Meat Is Murder είναι η βία. Σε διάφορες μορφές. Η ενδοσχολική σωματική βία που διαχέει το Headmaster Ritual και η εφηβική βία του Rusholme Ruffians και του I Want The One I Can’t Have (κλείνοντας στιχουργικά το μάτι με τον στίχο “On the day that your mentality, catches up with your biology", στο Still IllDoes the body rule the mind or the mind rule the body I don’t know”). Η βία μέσα στους κόλπους της οικογένειας στο Barbarism Begins At Home, το μεγαλύτερο σε διάρκεια κομμάτι όλης της δισκογραφίας τους, και, εμμέσως, η βία που συνεπάγεται ο θεσμός της βασιλείας, θέμα-στόχος για τον Morrissey και αντικείμενο κοροϊδίας και αποστροφής (το τραγούδι ανοίγει με τον στίχο “I’d like to drop my trousers to the Queen”). Τραγούδια όπως το What She Said και το That Joke Isn’t Funny Anymore αγγίζουν τα αγαπημένα θέματα της αγάπης και της μοναξιάς μέσα από το γνωστό πια στιχουργικό πρίσμα του Morrissey, ένα κράμα σπαρακτικού λυρισμού και σκληρότητας και μπαίνουν εμβόλιμα σε καίριες θέσεις μέσα στο album χωρίς να μειώνουν όμως την ένταση  και τη σκληρότητα των εικόνων που έχουν περιγραφεί από τα τραγούδια που τα κυκλώνουν.

Η λέξη murder ακούγεται σαν ανελέητο σφυροκόπημα και κατηγορία σε όλους εκείνους που συνεχίζουν να καταναλώνουν κρέας στο ομώνυμο και βασανιστικό Meat Is Murder που κλείνει το album. H μουσική του Marr πένθιμη και «βαριά» και οι φωνές των ζώων προς σφαγή συμβάλλουν στη δημιουργία μιας ατμόσφαιρας θλιμμένης και αμήχανης. Όλος ο δίσκος χαρακτηρίζεται από μια απίστευτη θεατρικότητα, μερικές φορές ξεπερνά στιχουργικά τα όρια στην προσπάθεια να κάνει τον κόσμο να ακούσει αυτά που θέλει να πει. Είναι πασιφανές όμως ότι η παραγωγή έχει βελτιωθεί κατά πολύ και ότι η μπάντα έχει βρει τους ρυθμούς της.

Είναι αδύνατο να μην προσέξεις το πρωτότυπο, ευπροσάρμοστο σε πολλά και διαφορετικά στυλ, δυναμικό παίξιμο του Marr και τη συνθετική του δεινότητα, την πρόοδο του Mike Joyce σε σχέση με τον πρώτο δίσκο, το μπάσο του Andy Rourke που άνετα μπορεί να κινείται μεταξύ funk, folk και rock και τέλος την εκφραστικότητα των στίχων αλλά και της φωνής του Morrissey που ξεδιπλώνει πλέον τις δυνατότητές του δίνοντας μας δείγματα από λαρυγγισμούς μέχρι falsetto. Το Meat Is Murder δικαιωματικά ανήκει σε έναν από τους καλυτέρους δίσκους όλων των εποχών – τουλάχιστον μέχρι το 1986 που κυκλοφόρησε το...

Μάντω Τερζή



The Queen Is Dead (16 Ιουνίου 1986)


The Smiths - The Queen is DeadΚατά τους πιστούς fans του συγκροτήματος, κριτικούς και μουσικό τύπο – αλλά όχι και για το ίδιο το συγκρότημα – αποτελεί τον πιο συγκροτημένο και ολοκληρωμένο δίσκο των The Smiths. Κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του ‘86, σε μια περίοδο που το συγκρότημα ταλανιζόταν τόσο από εσωτερικά προβλήματα (π.χ. ο εθισμός του Rourke στα ναρκωτικά, οι τεταμένες συχνά σχέσεις μεταξύ Morrissey και Marr, οικονομικές διαφορές με τα υπόλοιπα μέλη) όσο και από δυσκολία στη συνεννόηση με τη δισκογραφική τους εταιρεία σε επίπεδο διαχείρισης και προώθησης υλικού η οποία έμελλε να ξεκαθαριστεί δικαστικά. Παρόλα αυτά, μέλη του συγκροτήματος δήλωναν ευθαρσώς ότι είναι το καλύτερο βρετανικό συγκρότημα των 80’s και ενώ όπως ήταν αναμενόμενο πολλοί δυσαρεστηθήκαν και αρκετά φρύδια σηκώθηκαν στο άκουσμα των παραπάνω, το The Queen Is Dead ήρθε για να επιβεβαιώσει το μεγαλείο των The Smiths και δικαίως να τους χαρακτηρίσει ένα από τα εμβληματικότερα συγκροτήματα της βρετανικής και όχι μόνο σκηνής. Ο τίτλος του αρχικά θα ήταν Margaret On A Guillotine (αναφορά στην Margaret Thatcher, άλλη μια «αγάπη» του Morrissey) επιλέχτηκε όμως το The Queen is Dead, δίνοντας και το όνομα του στο τραγούδι που ανοίγει το δίσκο. Η βασιλεία πάλι στο στόχαστρο, αυτή τη φορά όμως με ένα πιο παιγνιώδες και κοροϊδευτικό στυλ και λιγότερη εμφανή και επιθετική εμπάθεια. Οι εναλλαγές μεταξύ των κομματιών είναι φανερά προσεγμένες και η θεματολογία ακολουθεί γνωστά μεν μονοπάτια, αλλά με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, τόσο από άποψη στίχων όσο και από άποψη μουσικής και ενορχήστρωσης.

Ο Marr μεγαλουργεί, παρά τις επιπτώσεις που είχαν όλες οι προαναφερόμενες διενέξεις σε προσωπικό επίπεδο και το αποτέλεσμα είναι τίποτα λιγότερο από μαγικό. Πέρα από τα κομμάτια –ογκόλιθους του δίσκου – το Bigmouth Strikes Again και το There’s A Light That Never Goes Out – ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει για την τραγική ομορφιά των I Know It’s Over και Never Had No One Ever, στο όλο υπονοούμενα (προς τον εκπρόσωπο της Rough Trade, Geoff Travis) Frankly Mr Shankly, στη συμπαράσταση στον Εφημέριο που αρέσκεται να φορά φούστες μπαλέτου (Vicar In A Tutu), στους αστείους και οριακά γελοίους λογοκλόπους του Cemetry Gates και τέλος, στο επιφανειακά αστείο στιχουργικά αλλά αριστουργηματικό κιθαριστικά Some Girls Are Bigger Than Others που κλείνει το δίσκο με ένα παιχνιδιάρικο κλείσιμο του ματιού, όμοιο με εκείνο το fade in/fade out που κυριαρχεί στα πρώτα δευτερόλεπτά του. Οι The Smiths βρίσκονται στο απόγειό τους και φαίνεται πως κατέχουν τη συνταγή της επιτυχίας, η οποία δεν εξαργυρώνεται δυστυχώς σε υψηλές θέσεις στους καταλόγους επιτυχιών (για τα μεμονωμένα singles κυρίως) και σε μαζικές πωλήσεις. Το The Queen Is Dead είναι ένα σκαλοπάτι πριν την οριστική τους διάλυση και τον τελευταίο τους δίσκο Strangeways, Here We Come στο χρόνο που ακολουθεί.

Μάντω Τερζή


Strangeways, Here We Come (28 Σεπτεμβρίου 1987)


The Smiths - Strangeways Here We Come Ο τελευταίος δίσκος των The Smiths δεν είναι τυχαία ο αγαπημένος των Morrissey και Marr. Ο ήχος είναι σαφώς διαφορετικός από τις προηγούμενες κυκλοφορίες τους, καθώς δεν αποφεύγουν τους πειραματισμούς και τις αποκλίσεις από τη χρυσή τομή που τους εκτόξευσε μέσα σε μια πενταετία στην κορυφή. Ενώ ακόμη κι εντός δίσκου δε διατηρείται ένα συγκεκριμένο ύφος όπως πάνω-κάτω στο The Queen Is Dead ή το Meat Is Murder. Ξεκινώντας από την αναγνωριστική ματιά, εντοπίζουμε την αναφορά στις φυλακές Strangeways της Βρετανίας στον τίτλο, ενώ στο εξώφυλλο απεικονίζεται ο Richard Davalos, συμπρωταγωνιστής του James Dean στο φιλμ “Ανατολικά της Εδέμ” –υποδηλωτικό της λατρείας του Morrissey προς αυτόν. Τόσο στιχουργικά, όσο και μουσικά, κυριαρχούν οι εναλλαγές σοβαρού/βαρύ και ανάλαφρου/παιχνιδιάρικου τόνου, χωρίς όμως να μπορούν να καλύψουν τα έντονα μοτίβα απογοήτευσης, θανάτου κι αποχωρισμού που συχνά ταυτίζονται (όχι απόλυτα δικαιολογημένα θα προσθέσω) με τη διάλυση του συγκροτήματος.

Το κάθε τραγούδι από μόνο του – όπως σχεδόν κάθε κομμάτι των The Smiths – έχει αρκετό υλικό ώστε να γραφτούν σελίδες επί σελίδων γι αυτό. Από τα πολιτικά πιστεύω του Morrissey και την κριτική του στο βρετανικό ιμπεριαλισμό στο A Rush And A Push And The Land Is Ours ή την μουσική βιομηχανία στο Paint A Vulgar Picture, μέχρι την ιδιοφυία του Johnny Marr γράφοντας το Death Of A Disco Dancer και την παραδοχή του παθολογικού ναρκισσισμού και του απίστευτου εγωισμού του Morrissey στο I Won’t Share You και I Started Something I Couldn’t Finish. Όλα όμως είναι συνισταμένες  του πιο άδικα υποτιμημένου δίσκου των Άγγλων. Δεν έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από τους κριτικούς τη δεδομένη στιγμή, εμπορικά δεν ήταν από τους πιο επιτυχημένους, ενώ με τα χρόνια παραγκωνίστηκε από τα hit-άκια των προηγούμενων albums. Όμως δεν υστερεί σε τίποτα. Ούτε στην χαρωπή μελαγχολία που διαμόρφωσε την indie από το 1984 και μετά, ούτε στους quotable στίχους που κυριαρχούν στο Τumblr, και σίγουρα ούτε στα πανέμορφα τραγούδια με μακρόσυρτους πιασάρικους τίτλους που συνθέτουν ένα υπέροχο σύνολο.

Μπορεί λοιπόν οι 3 πρώτοι δίσκοι να ήταν αρκετοί για να χαραχθούν ανεξίτηλα στην pop κουλτούρα των τελευταίων 30 ετών και ακόμα να αποτελούν σημείο αναφοράς, αλλά το κύκνειο άσμα τους ήταν αυτό που μπορεί να τους τραβήξει ένα βήμα παραπέρα από την εργαλειακή χρήση για φλερτ και “500 days of Summer”, κατευθείαν στη θέση τους ως μια από τις μεγαλύτερες μπάντες όλων των εποχών. Ο γλυκόπικρος επίλογος στην καριέρα των The Smiths είναι ένα αριστούργημα που αφ’ ενός αποτελεί φόρο τιμής στην σύντομη χρονικά μα τεράστια σα σημασία πορεία τους κι αφ’ ετέρου θέτει τις βάσεις για τις εξίσου μνημειώδεις solo καριέρες των πρωτεργατών Morrissey και Marr.

Δημήτρης Φαληρέας


Είναι δύσκολο να μιλάς για το παρελθόν. Κυρίως επειδή λίγο-πολύ έχουν ειπωθεί όλα όσα υπάρχουν στην ώρα που έπρεπε. Είναι δύσκολο να αποφύγεις τους διθυράμβους ή τους αφορισμούς έχοντας την ασφάλεια τριών δεκαετιών, οπότε «σταματήστε με αν νομίζετε ότι τα έχετε ξανακούσει». Αυτές οι δεκαετίες όμως μας επιτρέπουν να εξετάσουμε μια παραπάνω διάσταση, το χρόνο. Χωρίς αμφιβολία, οι The Smiths είναι από τα συγκροτήματα που έχουν γεράσει πολύ καλά. Οτιδήποτε με το οποίο ασχολήθηκαν είναι ακόμα επίκαιρο, ενώ δημιούργησαν έναν τόσο χαρακτηριστικό ήχο, που είναι πρακτικά αδύνατο να συνδεθεί με κάτι άλλο. Και μια φυλακή δίνει το όνομά της σε αυτόν που γέρασε καλύτερα από όλους.

Δημήτρης Φαληρέας



Ομάδα Σύνταξης FeelA RockA