Ροκ Περιοδικό - info@feelarocka.com

ICED EARTH - Από το Καθαρτήριο στις Πληγές της Βαβυλώνας


Πέμπτη 8 Ιουνίου 2017


iced earth

Η γενιά των Ελλήνων metal-άδων που μεγάλωσε στα 90s ίσως ήταν η πιο τυχερή από όλες καθώς βίωσε το θρυλικό ξεκίνημα των Iced Earth και το ιστορικό Alive in Athens (Ρόδον - 1999), μία συναυλία που όλοι οι νεότεροι θα θέλαμε να ζήσουμε. Οι Iced Earth είναι ένα συγκρότημα που έχει μείνει στην ιστορία. Ιδιαίτερα αγαπητό στην Ελλάδα, με φανατικούς και ίσως τους πιο σκληροπυρηνικούς οπαδούς. Πώς ξεκίνησαν όμως όλα;


Iced Earth (Νοέμβριος 1990)

iced earth iced earthΠρέπει να γυρίσουμε 27 χρόνια πίσω, στο μακρινό 1990, όταν μία παρέα φίλων αποφάσισε να κυκλοφορήσει τον πρώτο και ομώνυμο δίσκο. Αν και η ποιότητα της παραγωγής δεν ήταν η καλύτερη, το συγκρότημα ξεκίνησε το ταξίδι του με σωστά “μεταλικά” riffs, όμορφες εναλλαγές, εθιστικές κιθάρες και τα άρτια φωνητικά του Gene Adam, ο οποίος μέχρι και σήμερα επικρίνεται από πολλούς οπαδούς του σχήματος. Ωστόσο η ενεργή συμμετοχή του τραγουδιστή στην μπάντα, απ’ όταν λεγόταν ακόμη Purgatory (1985), ήταν εκείνη που έβαλε τα θεμέλια για την εξέλιξη του συγκροτήματος στο γίγαντα που εμείς σήμερα γνωρίζουμε.

Το πρώτο εκείνο lineup των Adam, Shawver, Schaffer, Abel και McGill είχε χημεία, γεγονός που αποδεικνύεται από τη σωστή δομή του δίσκου και του κάθε τραγουδιού. Συνθετικά, το συγκρότημα καταφέρνει να ξεχωρίσει με τραγούδια όπως το Written On The Walls, Curse The Sky, Life And Death και When The Night Falls. Οι στίχοι τους είναι κατά κύριο λόγο μελαγχολικοί, ωστόσο αμέσως κερδίζουν μία θέση στη καρδιά του κοινού. Ακόμη και σήμερα, ποιοι από μας δεν έχουμε ξέφρενα τραγουδήσει το Written On The Walls σε κάποιο metal πάρτυ;

Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα τραγούδι από το δίσκο, τότε αυτό θα ήταν το Funeral. Ανατριχιαστικά τέλειο, τα αργόσυρτα μελαγχολικά riffs εναλλάσσονται με το γρήγορο και αναζωογονητικό κιθαριστικό solo, με το οποίο κλείνει το τραγούδι. Η μεγαλύτερη αδυναμία του δίσκου είναι αναμφίβολα η ποιότητα παραγωγής, αφού σε μερικά σημεία τα ντραμς ακούγονται σαν τενεκεδάκια. Πρόκειται όμως για ένα δυνατό ξεκίνημα, το οποίο θα κατέχει για πάντα περίοπτη θέση στην καρδιά μας.

Τζανέτος Καβαλιώτης



Night Of The Stormrider (1 Νοεμβρίου 1991)

iced earth night of the stormriderΜε το δεύτερο μόλις δίσκο τους, οι Iced Earth αποφασίζουν να βουτήξουν στα «βαθιά», σε μία προσπάθειά τους να αναμετρηθούν με τους καλύτερους. Ενώ οι Metallica κυκλοφορούν το ομώνυμο, και έχουν 2 (!) μπαλάντες στο δίσκο, οι Iced Earth κυκλοφορούν το πρώτο concept album τους, έναν χρόνο μετά την κυκλοφορία του ντεμπούτου τους.

Το concept αυτό καθεαυτό είναι σχετικά απλό (αλλά όχι απλοϊκό). Πρόκειται για την ιστορία ενός ανθρώπου, προδομένου από τη θρησκεία του, που απομακρύνεται από αυτή οργισμένος  (Angels Holocaust). Σε αυτή του την οργή, οι σκοτεινές δυνάμεις βρίσκουν τον χώρο που χρειάζονται, ούτως ώστε να τον χρησιμοποιήσουν ως το «μέσο» τους (Stormrider), για να φέρουν στη Γη το θάνατο και την καταστροφή. Ο ίδιος πιστεύει ότι έχει διαλέξει από μόνος του το συγκεκριμένο μονοπάτι (Path I Choose), ενώ στη πραγματικότητα οι σκοτεινές δυνάμεις τον «προμηθεύουν» με οράματα (Before The Vision). Τον οδηγούν σε μία έρημο όπου βλέπει το πιο σημαντικό όραμα (Desert Rain), και στη συνέχεια ολοκληρώνει την αποστολή που του «ανέθεσαν» οι σκοτεινές δυνάμεις (Pure Evil). Μετά την ολοκλήρωσή της, καταδικάζεται να πάει στην Κόλαση (Travel In Stygian), όπου συνειδητοποιεί τι έχει κάνει, αλλά πλέον είναι αργά.

Με το δεύτερο δίσκο ξεκινάει και άλλη μία «Οδύσσεια» για το συγκρότημα που αφορά τις αλλαγές μελών, και ιδιαίτερα των drummers. Ο Mike McGill απομακρύνεται από το συγκρότημα, και τη θέση του παίρνει ο Rick Secchiari. Πέραν όμως του drummer, υπάρχει μία ακόμα πολύ σημαντική αλλαγή στο group. Ο Gene Adam δε συνεχίζει το «ταξίδι» με τους Iced Earth. Τα φωνητικά αναλαμβάνει ο John Greely, παρουσιάζοντας μία «ανάμικτη» απόδοση. Σε άλλα σημεία ακούγεται εντυπωσιακός, όπως τα Path I Choose και Pure Evil, και αλλού ακούγεται άνευρος και με «άδεια» φωνή, όπως στα interludes Before The Vision και Reaching The End.

Ο Tom Morris συνεννοείται και «επικοινωνεί» καλύτερα με τον Jon Schaffer, και αυτό έχει ως αποτέλεσμα ο δίσκος να έχει πολύ καλύτερη παραγωγή από τον προκάτοχό του. Σε αυτό έπαιξε ρόλο ότι ο Schaffer είχε ενεργό ρόλο στη διαδικασία παραγωγής του δίσκου. Όπως και να έχει, το αποτέλεσμα είναι ηχητικό πολύ πιο ποιοτικό. Έτσι, κρύβονται κάποιες συνθετικές ατέλειες. Όπως η «μανία» του Schaffer για πολλές επαναλήψεις κάποιων ορχηστρικών μερών μέσα στα τραγούδια του. Και όπως οι «άδειες» φωνητικές ενορχηστρώσεις, την ώρα που ο δίσκος «παρακαλάει» για κάποιες extra μπάσες φωνές σε κάποια ρεφρέν. Υπάρχει όμως επιείκεια. Ο Schaffer είναι μόλις 23 ετών και δεν έχει παρά μόνο έναν δίσκο ως προϋπηρεσία. Σύντομα τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους

Μάρκος Σκυριανός



Burnt Offerings (18 Απριλίου 1995)

iced earth burnt offeringsΟ τρίτος δίσκος των Iced Earth χρειάστηκε 4 χρόνια για να κυκλοφορήσει. Το συγκρότημα αντιμετώπισε πολλά προβλήματα με τη «μουσική βιομηχανία», και αυτό έπαιξε ρόλο στην καθυστέρηση της κυκλοφορίας του. Αλλά όχι μόνο εκεί. O Schaffer, σαφέστατα επηρεασμένος από τις καταστάσεις που ζούσε, πέρασε στη μουσική του και στους στίχους του, την τότε ψυχολογική και συναισθηματική του κατάσταση. Το αποτέλεσμα ήταν ένας ιδιαίτερα σκοτεινός και «βαρύς» δίσκος. Και μιλάμε για έναν δίσκο που διαδέχτηκε ένα εξίσου «σκοτεινό» concept album.

Μέσα στα προβλήματα που αντιμετώπιζε ο Schaffer και το group, έχουμε και τις (παραδοσιακές πλέον) αλλαγές μελών. Ο Rick Secchiari αντικαθίσταται από τον Rodney Beasley στα drums, και ο John Greely αντικαθίσταται από τον Matthew Barlow στο μικρόφωνο. Μόνο που αυτή η δεύτερη αλλαγή ήταν και η πιο σημαντική. Στη φωνή του Barlow, ο Schaffer φάνηκε να βρίσκει αυτό που έψαχνε. Απίστευτο πάθος στις ερμηνείες, με τεράστια έκταση φωνής και δυνατότητα να ερμηνεύσει και τις πιο απαιτητικές φωνητικές γραμμές. Το τότε αποκορύφωμα αυτών των δυνατοτήτων είναι το αξεπέραστο Creator’s Failure, ένα τόσο δύσκολο και απαιτητικό τραγούδι που είναι ελάχιστες οι φορές που έχει παιχτεί live από το συγκρότημα, ανεξάρτητα του τραγουδιστή (ακούστε εδώ μία από αυτές τις σπάνιες φορές, και ιδιαίτερα στο 4:55 με το εκπληκτικό φινάλε από τον Barlow).

Πέραν όμως του συγκεκριμένου τραγουδιού, ο δίσκος περιέχει μερικά ακόμα highlights. Όπως το ισοπεδωτικό Diary, το ομότιτλο που ανοίγει και το δίσκο για να δώσει τον «τόνο» για ό,τι ακολουθεί, και φυσικά το εξαιρετικό Dante’s Inferno. Ένα 16λεπτο έπος, εμπνευσμένο από τη «Κόλαση», από τη «Θεία Κωμωδία του Dante Alighieri. Ακόμα όμως και αν εξετάσουμε το δίσκο από την πλευρά των τραγουδιών που δεν έκαναν αντίστοιχη επιτυχία (με κορυφαίο το Burning Oasis), o δίσκος αποπνέει ωριμότητα. Δεν έχει σημασία αν το χαρακτηρίσω ως τον καλύτερο δίσκο των Iced Earth. Άλλωστε, η έννοια «καλύτερος» έχει και υποκειμενική άποψη μέσα της. Σίγουρα όμως είναι η πιο ώριμη. Και ίσως, οι πιο γεμάτες συνθέσεις, παρόλο που η μισή περίπου δισκογραφία τους αποτελείται από concept δίσκους. Σε κάθε περίπτωση, οι Iced Earth έδειχναν ότι το μέλλον είναι δικό τους. Και θα το κερδίσουν με αυτό το (πολύ χαρακτηριστικό από ηχητικής άποψης) heavy-speed-thrash υβρίδιό τους.

Μάρκος Σκυριανός



The Dark Saga (20 Μαΐου 1996)

iced earth the dark sagaΟι Iced Earth βρήκαν στον Matt Barlow τη φωνή που τους έλειπε, και ο ίδιος ο Schaffer το μουσικό του «έτερο ήμισυ». Έτσι λοιπόν, μετά το αριστουργηματικό Burnt Offerings το συγκρότημα κυκλοφορεί το Μάιο του 1996 το The Dark Saga. Δεύτερος δίσκος με τον Barlow στα φωνητικά και τελευταίος με τους Randall Shawver και Dave Abell σε κιθάρες και μπάσο αντίστοιχα. Πρόκειται για ένα concept album βασισμένο στον αντι-ήρωα Spawn, από το ομότιτλο comic του Todd McFarlane, ο οποίος έχει επιμεληθεί και το φανταστικό artwork.

Το album σε κρατάει από το πρώτο έως το τελευταίο λεπτό. Από το ακουστικό εναρκτήριο riff του ομότιτλου, έως το επικό finale του A Question Of Heaven. Η ύπαρξη μιας μπαλάντας (I Died For You) και μάλιστα ως δεύτερο τραγούδι, μπορεί αρχικά να σε ξενίσει. Όμως, το «νευρικό» δεξί χέρι του Schaffer επιστρέφει αμέσως μετά για να σε φέρει στα ίσα σου στα Violate, The Hunter και Vengeance Is Mine, τρία μεγάλα τραγούδια που παίζονται σε συναυλίες του συγκροτήματος μέχρι σήμερα. Ο δε Barlow πίσω από το μικρόφωνο, δίνει ρεσιτάλ ερμηνείας τόσο στις δυνατές όσο και στις πιο μελωδικές στιγμές του album.

Σίγουρα, το The Dark Saga δεν διαθέτει το «θυμό» του Burnt Offerings, ειδικά στο στιχουργικό κομμάτι, παρά το γεγονός ότι οι στίχοι είναι αρκετά σκοτεινοί. Και ναι, οι συνθέσεις του είναι πιο απλοποιημένες και με περισσότερα μελωδικά περάσματα, κάτι που έχει ως αποτέλεσμα το σύνολο να υστερεί λίγο σε heaviness από τον προκάτοχό του. Από την άλλη όμως, προσφέρει εκείνη την ποιότητα και αμεσότητα που χρειάζεται για να σου μείνει στο μυαλό, και εν τέλει να το λατρέψεις.

Λεωνίδας Παπαδόδημας



Something Wicked This Way Comes (7 Ιουλίου 1998)

iced earth Something-Wicked-This-Way-ComesΚάπου εδώ φθάνουμε στον υπέρτατο αυτό δίσκο, ο οποίος μπορεί πολύ εύκολα να περιγραφεί με τέσσερις λέξεις: YOU ARE A SINNER!

Ναι, το Something Wicked... είναι για μένα ο καλύτερος δίσκος των Iced Earth. Γι αυτό ευθύνεται φυσικά το συνθετικό ταλέντο του Jon Schaffer και ο παράγοντας Matt Barlow, τα φωνητικά του οποίου ταίριαξαν απόλυτα με τη μουσική που έπαιζε το σχήμα εκείνη την περίοδο. Προτάσσοντας το power στοιχείο, το οποίο πλέον είχε πρωταγωνιστικό ρόλο στις συνθέσεις τους, οι Iced Earth γνωρίζουν την αποθέωση, αφού λαμβάνουν διθυραμβικές κριτικές από όλα σχεδόν τα media, ακόμη και εκείνα που στο παρελθόν τους είχαν επικρίνει.

Η δυναμική εισαγωγή με το Burning Times, η απότομη εναλλαγή στο πιο mainstream και υπέροχο Melancholy (Holy Martyr) καθώς και το Disciples Of The Lie, το οποίο θα έγερνε περισσότερο προς το thrash δίχως τα επικά πλήκτρα, είναι τα τρία τραγούδια που ακούει πρώτα ο ακροατής. Μέσα λοιπόν σε 12 λεπτά και 30 δευτερόλεπτα, οι Iced Earth μας έχουν ήδη κερδίσει, διαλύοντας τα κλισέ που λένε πως τα καλύτερα τραγούδια ενός δίσκου πρέπει να βρίσκονται προς το τέλος αυτού.

Ωστόσο το ταξίδι δεν τελειώνει εκεί, αφού ακολουθεί ένα από τα highlight του δίσκου, το Watching Over Me, το οποίο παίρνει bonus πόντους για το άριστο ρεφρέν και solo. Ακολουθούν τα Stand Alone, Consequences, My Own Savior και Reaping Stone, τέσσερα τραγούδια που ξεχωρίζουν για τους δικούς τους λόγους το καθένα. Ωστόσο προς το τέλος του δίσκου τις εντυπώσεις θεωρώ πως κερδίζει το instrumental 1776, η υπέροχη αυτή σύνθεση που  παίρνει bonus πόντους από το ατμοσφαιρικό φλάουτο της Susan McQuinn, το οποίο έδεσε απόλυτα. Ένα τραγούδι αλφαβητάρι για όσους θέλουν και δεν έχουν ψάξει ακόμη τη μουσική των Iced Earth. Το Something Wicked... κλείνει με τα εξίσου ποιοτικά Blessed Are You, Prophecy, Birth Of The Wicked και φυσικά το εννιάλεπτο έπος με τίτλο The Coming Curse.

Ολοκληρώνοντας, πρόκειται για ένα δίσκο με τεράστιο replay value, ο οποίος απογείωσε την καριέρα των Iced Earth και σιώπησε όλους τους επικριτές του. Ξεχωρίζει για τις συνθέσεις του Schaffer, τα φωνητικά του Barlow και φυσικά τους εθιστικούς στίχους, οι οποίοι δύσκολα φεύγουν  από το μυαλό του ακροατή (WE ARE THE CHILDREN OF THE NIGHT!!!). Ένας δίσκος κόσμημα που δεν πρέπει να απουσιάζει από καμία συλλογή.

Τζανέτος Καβαλιώτης



Horror Show (26 Ιουνίου 2001)

iced earth horror showHorror Show, ο έκτος δίσκος των Iced Earth που κυκλοφόρησε στις 26 Ιουνίου του 2001. Ένας δίσκος – ωδή σε πλάσματα και χαρακτήρες της σκοτεινής μυθολογίας και ιστορίας που αντικατοπτρίζουν την πτώση στη σκοτεινή φύση, τα κατώτερα ένστικτα και τη θηριοποίηση. Εξιστορεί τις προδοσίες και τα δράματα που οδήγησαν σε αυτήν, καταλήγοντας είτε στην κορύφωσή τους και τη λύτρωση, είτε στην τελική πράξη τους με περισσότερο δράμα. Τα περισσότερα από τα τραγούδια του album έχουν εμπνευστεί και από ταινίες, όπως οι Dracula, Frankenstein, Phantom Of The Opera, The Strange Case of Dr Jekyll and Mr. Hyde και άλλες.

Το Horror Show αποτελεί για εμένα τον αγαπημένο μου δίσκο από τους Iced Earth ανάμεσα στους πολλούς και θρυλικούς τους, καθώς συνδυάζει τον επικό heavy - power metal ήχο με την αξεπέραστη φωνή του Matt Barlow, τα χαοτικά και ανατριχιαστικά δεύτερα φωνητικά και την εμβάθυνση μέσα από την τέχνη της μουσικής σε προσωπικότητες ανθρώπων καταραμένων είτε από τη μοίρα, είτε από επιλογή, από την περιέργεια ή από την καλή πίστη/ευπιστία τους. Άλλων αποφασισμένων να λυτρωθούν και άλλων περήφανων για τη δύναμη που τους δίνει η κατάρα τους, ορκισμένων και εν σκοπώ villains και adversaries.

Οπερετικές χορωδίες και λατινικές ψαλμωδίες, επική ατμόσφαιρα και ένταση, μας ταξιδεύουν σε ιστορίες και μύθους απώλειας, πόνου, απογοήτευσης, εκδίκησης, διεκδίκησης, απώλειας πίστης, κατάληψης, ψυχικών διαταραχών, αλαζονείας και αποκήρυξης της πίστης ή των περιορισμών της ανθρώπινης φύσης, αλλά και σε ιστορίες ξεκάθαρα μεταφυσικών ή μυθικών πλασμάτων.

Καταιγιστικά και καθηλωτικά κιθαριστικά θέματα από τους Jon Schaffer και Larry Tarnowski, πλήκτρα που προσδίδουν στη σκοτεινή ατμόσφαιρα από τους Jon Schaffer και Howard Helm, μπάσο από τον Steve Di Giorgio, drums που σε περιστοιχίζουν και δίνουν την αίσθηση της έντασης από τον Richard Christy και ανατριχιαστικά φωνητικά από τους Matt Barlow και Jon Schaffer που σε κάνουν να αισθανθείς την απόγνωση, τις σκέψεις που μαίνονται στο πληγωμένο μυαλό, την οργή και την αποφασιστικότητα της πράξης του κακού. Μαντολίνο από τον Jon Schaffer, αλλά και εκπλητικά backing vocals από τους Richie Wilkison, Yunhui Percifield (The Phantom Opera Ghost - Christine), Rafaela Farias και Sam King.

Μερικά γεγονότα:

- Υπήρξε μία ειδική περιορισμένη κυκλοφορία ενός set δύο δίσκων. Ο δεύτερος περιείχε την instrumental διασκευή στο Transylvania των Iron Maiden, καθώς και μία συνέντευξη με τον αρχηγό-lead κιθαρίστα Jon Schaffer. Έχει κυκλοφορήσει επίσης single-disc edition με το Transylvania, αλλά χωρίς τη συνέντευξη.

- Η επίσημη κυκλοφορία είχε παρουσιαστεί σε κλασική θήκη δύο album χωρίς αναφορά στα τραγούδια του bonus δίσκου, ούτε στον ίδιο το δίσκο. Λόγω του ότι το Transylvania αφαιρέθηκε από την tracklist, το Dragon’s Child κράτησε ολόκληρο το τελείωμά του, αυξάνοντας τη διάρκειά του.

- Το τραγούδι Dracula περιέχει τη ρήση “The blood is the life” από το “Deuteronomy, 12:23”, αλλά είναι πολύ πιθανόν πως αναφέρεται στην εκδοχή του 1992 του Bram Stoker’s Dracula, όπου περιέχεται επίσης η ρήση.

- Στο τέλος του Damien ο Jon επαναλαμβάνει ανάποδα τον στίχο που υπάρχει στα μέσα του τραγουδιού.

- Το Horror Show είναι ο πρώτος δίσκος στον οποίο έπαιξε drums ο Richard Christy, ο μόνος όπου έπαιξε μπάσο ο Steve DiGiorgio και κατά πολλούς ο μόνος δίσκος στον οποίο ο ήχος των Iced Earth είναι καθαρά power metal σε αντίθεση με τον thrash metal ήχο των προηγούμενων και των επόμενων.

Χριστίνα Γούσιου



The Glorious Burden (12 Ιανουαρίου 2004)

iced earth glorious burdenΤο The Glorious Burden σημαδεύτηκε από την αποχώρηση του Matt Barlow από τη θέση του τραγουδιστή μετά από 9 χρόνια. Οι συνεχιζόμενες αλλαγές στο line-up των Iced Earth είναι πλέον σύνηθες φαινόμενο, όμως η αποχώρηση αυτή είναι η πιο σημαντική και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη απώλεια για το συγκρότημα. Ο δίσκος αρχικά ηχογραφήθηκε με τον Barlow στα φωνητικά, αλλά ο Schaffer δεν ήταν ικανοποιημένος με την απόδοσή του. Έτσι, ο Tim “Ripper” Owens ανέλαβε να ηχογραφήσει τα φωνητικά ως guest τραγουδιστής, αρχικά. Αργότερα, και μετά την αποχώρηση του από τους Judas Priest, έγινε full-time μέλος της μπάντας.

Σε αυτό το δίσκο, ο Schaffer μας εκφράζει (λίγο πιο έντονα από όσο θα έπρεπε) τον πατριωτισμό του, εστιάζοντας σε μεγάλο βαθμό στην αμερικανική πολεμική ιστορία. Η πλειοψηφία των τραγουδιών είναι αφιερωμένη σε αυτήν, ενώ παράλληλα ήδη ο δίσκος έχει ανοίξει με τον εθνικό ύμνο των ΗΠΑ. Τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου παίρνουν κι αυτά χρόνο συμμετοχής στο When The Eagle Cries. Τέλος, έχουμε και κάποιες αναφορές στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στον Ναπολέοντα και τον Αττίλα, έτσι για την ποικιλία.

Το The Glorious Burden μουσικά είναι ένα τυπικό Iced Earth album. Σε συνθετικό επίπεδο στέκεται αρκετά καλά. Διαθέτει κάποιες καλές στιγμές, με κορυφαίες τα Declaration Day, The Reckoning (Don't Tread on Me) και Waterloo, αν και δεν φτάνει στο επίπεδο των προκατόχων του. Δυνατά και κοφτά riffs από τον Schaffer, ογκώδες rhythm section από τους MacDonough και Christy, εναλλασόμενες ταχύτητες, επικό κλίμα και πιασάρικα refrains. Ο δίσκος όμως πάσχει στον τομέα των φωνητικών. Διότι μου λείπει η φωνή του Barlow. Η χροιά, η έκταση και το βάθος της δεν μπόρεσαν να αντικατασταθούν από τον Ripper, ο οποίος το μόνο που έχει να προσφέρει είναι μεσαίες συχνότητες και τσιρίδες a la Judas Priest.

Λεωνίδας Παπαδόδημας



Framing Armageddon: Something Wicked Part 1 (11 Σεπτεμβρίου 2007)

iced earth Framing-ArmageddonΤρία χρόνια πέρασαν και ο Jon Schaffer έχει ακόμα στο πλευρό του (για κάποιο λόγο που δεν καταλαβαίνω) τον Tim “Ripper” Owens. Στο Framing Armageddon ο Schaffer ξεκινά να αναπτύσσει το πρώτο μέρος της "Something Wicked Saga”, που μας είχε πρωτοπαρουσιάσει στο album Something Wicked This Way Comes (για λεπτομέρειες πάνω στο story, διαβάστε εδώ). Κρίνοντας κανείς από την μεγάλη απήχηση που είχε αυτό το concept το 1998, η υλοποίηση ενός τέτοιου project ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα θεματολογικά.

Όπως και στον προηγούμενο δίσκο, το βασικό ελάττωμα κι εδώ είναι και πάλι τα «ρηχά» φωνητικά του Ripper, που αποτυγχάνουν να αποδώσουν το σκοτεινό εύρος των στίχων. Και μπορεί στο The Glorious Burden να μην ήταν τόσο σημαντικό λόγω άλλης θεματολογίας, εδώ όμως είναι. Ο Schaffer βέβαια έχει προσπαθήσει να τα εμπλουτίσει και να τους δώσει λίγο όγκο και βάθος χρησιμοποιώντας overdubs και backing vocalists, αλλά και πάλι δεν είναι αρκετό.

Από εκεί και πέρα, το album έχει ελαττώματα και στο συνθετικό κομμάτι. Τα πολλά ορχηστρικά interludes κουράζουν και κάνουν τις υπόλοιπες ήδη μέτριες συνθέσεις να φαντάζουν ακόμα πιο αδύναμες. Μόλις 3 τραγούδια από τα συνολικά 19 tracks του album καταφέρνουν να ξεφύγουν από τη σφαίρα της μετριότητας (Setian Massacre, Ten Thousand Strong και The Clouding). Τέλος, σημαντικό ρόλο έχουν παίξει και οι αλλαγές επί αλλαγών στη σύνθεση της μπάντας. Εδώ, βρίσκουμε τον Schaffer να παίζει τις ρυθμικές κιθάρες και να μοιράζεται τις lead και τα μέρη του μπάσου με δυο τρεις ακόμα, συμπεριλαμβανομένου και του Jim Morris. Ευτυχώς που πίσω από τα drums είναι και πάλι ο Brent Smedley.

Λεωνίδας Παπαδόδημας



The Crucible Of Man: Something Wicked Part 2 (9 Σεπτεμβρίου 2008)

iced earth The Crucible Of Man Μετά από 2 δίσκους με τον Tim “Ripper” Owens, που έχουν τις δικές τους παθογένειες ο καθένας, το μεγάλο νέο ανακοινώνεται μέσα στο 2007: ο Matt Barlow επιστρέφει στις τάξεις των Iced Earth. Είχε προηγηθεί η επιστροφή του γενικότερα στη μουσική (μιας και μέχρι τότε εργαζόταν ως αστυνομικός) με το LP Immortal των Δανών Pyramaze. Και αμέσως μπαίνουν στο studio για τον επόμενο δίσκο, οι συνθέσεις του οποίου είχαν γραφτεί μαζί με τις συνθέσεις του προηγούμενου, και στιχουργικά είναι το δεύτερο μέρος της Something Wicked Saga (και αυτός ο δίσκος προηγείται θεματολογικά του Something Wicked This Way Comes – ελπίζω να μην μπερδευτείτε).

Οι Schaffer, Barlow και Smedley είναι τα 3 βασικά μέλη του συγκροτήματος. Το μπάσο το αναλαμβάνει ο Schaffer με τον Dennis Hayes να βοηθάει σε 5 τραγούδια), τα πλήκτρα τα αναλαμβάνει ο Schaffer, τις lead κιθάρες τις μοιράζονται ο Jim Morris και Troy Seele στα μόλις 4 (!) τραγούδια που αυτές υπάρχουν. Κατά τ’ άλλα, 9 άτομα συνεισφέρουν φωνητικά στον δίσκο ως backing vocals στα διάφορα χορωδιακά μέρη που στήνει ο Schaffer μέσα στις συνθέσεις αυτού του δίσκου.

Όπως φαντάζεστε σε περίπτωση που δεν έχετε ακούσει το δίσκο, σε όλη του την διάρκεια δημιουργεί στον ακροατή την αίσθηση του «μπερδέματος». Ένα ανούσιο χάος που δεν μπορεί ούτε να κρατήσει τον ακροατή, αλλά ούτε να «υπηρετήσει» το concept του. Στην πλειοψηφία των τραγουδιών επαναλαμβάνεται (σε εκνευριστικό βαθμό) ένας συγκεκριμένος ρυθμός σε μία συγκεκριμένη ταχύτητα, που απλώς «υπάρχει» για να αφήσει χώρο στον Barlow να ερμηνεύσει τους στίχους. Είναι προφανές ότι ο Schaffer είχε σκεφτεί και φτιάξει τις συνθέσεις με βάση άλλον τραγουδιστή, και με άλλον τις ηχογράφησε. Όμως, δεν ταιριάζουν όλες οι συνθέσεις και όλες οι μελωδίες σε όλους τους τραγουδιστές. Ο Barlow για να «φανεί» χρειάζεται ποικιλία. Χρειάζεται διάφορες ταχύτητες και χώρο μέσα στα μέτρα για να «ανοίξει» τη φωνή του. Κάτι που δεν βρίσκει σε αυτόν τον δίσκο. Και το αποτέλεσμα είναι ο πιο αδύναμος δίσκος στην πορεία των Iced Earth. Και ένα μεγάλο «κρίμα» στο πως ολοκληρώθηκε η παρουσίαση αυτού του τεράστιου concept. Πιστεύω ότι άξιζε καλύτερης «αντιμετώπισης» από τον Schaffer.  

Μάρκος Σκυριανός



Dystopia (18 Οκτωβρίου 2011)

iced earth dystopiaΑν αναλύσουμε την πιο πρόσφατη ιστορία του συγκροτήματος, τότε δίχως αμφιβολία, το Dystopia είναι ο καλύτερος δίσκος της εποχής αυτής. Με τον Matt Barlow να έχει αποχωρήσει (ξανά), ο νέος τραγουδιστής του συγκροτήματος, Stu Block, κλήθηκε να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο των φωνητικών του δίσκου, καθώς είτε θα έπρεπε να διατηρήσει αυθεντικό το πνεύμα της μπάντας ή να δημιουργήσει κάτι εντελώς διαφορετικό, το οποίο ίσως ξένιζε τους σκληροπυρηνικούς οπαδούς.
Τελικά το συγκρότημα αποφάσισε πως θα έπρεπε να κινηθεί σε “γνώριμα χωράφια”, αλλά αρκετοί οπαδοί δεν έμειναν ικανοποιημένοι. Έτσι λοιπόν άρχισαν οι κατηγορίες κατά του Stu Block, καθώς οι επικριτές του υποστήριξαν ότι αντιγράφει τη χροιά και τον τρόπο προσέγγισης του προκατόχου του. Τα media ωστόσο δεν επηρεάστηκαν και ο δίσκος έλαβε πολύ καλές κριτικές.

Βασική θεματική των περισσότερων τραγουδιών του δίσκου είναι οι δυστοπίες και στιχουργικά το συγκρότημα καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι πολύ όμορφο. Επιπλέον παρατηρούμε την επιστροφή του concept Something Wicked... που είχε δημιουργήσει στο παρελθόν ο Schaffer. Πρόκειται για το ομώνυμο τραγούδι του δίσκου (Dystopia) και το Tragedy And Triumph, την εισαγωγή δηλαδή και τον επίλογο του δίσκου.

Η ποιότητα της παραγωγής πλέον έχει ανεβεί κατακόρυφα, γεγονός που δικαιολογείται από το αυξημένο budget, ενώ οι thrash και speed metal επιρροές είναι εμφανείς σε αρκετά σημεία του album. Στο σύνολο του πρόκειται για ένα δίσκο με ποιότητα, ο οποίος δεν κουράζει και που προοικονομεί την κατεύθυνση που θα κληθεί να ακολουθήσει η μπάντα στο μέλλον.

Highlights του δίσκου τα τραγούδια V, Equilibrium, End Of Innocence, Tragedy And Triumph και φυσικά το Anthem, προσωπικό αγαπημένο μου τραγούδι από όλη την πορεία του συγκροτήματος.

Εν κατακλείδι, με το Dystopia οι Iced Earth απέδειξαν πως δε φοβούνται την μετά Barlow εποχή.  Επικρίθηκαν αρκετά, ωστόσο ο δίσκος κέρδισε αμέσως μία θέση στην καρδιά των πραγματικών φίλων της μπάντα.

Τζανέτος Καβαλιώτης



Plagues Of Babylon (21 Ιανουαρίου 2014)

iced earth plagues of babylonΜε μια επιβλητική εισαγωγή που μας βάζει αμέσως στο σκοτεινό κλίμα της φθοράς, της παρακμής και της επικείμενης καταστροφής που αποτελεί τη φυσική εξέλιξη όταν συγκρούεται ο πόθος της εξουσίας των εκπροσώπων της θρησκείας με την ανάγκη για αμφισβήτηση από τους “αμνούς”, ξεκινάει το πρώτο και θεματικό μέρος του 11ου album των Iced Earth, Plagues Of Babylon, που κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2014. Ήταν το μόνο studio album με τον Raphael Saini στα drums και το πρώτο στο οποίο συμμετείχε ο Luke Appleton στο μπάσο. Σύμφωνα με τον Jon Schaffer, το μισό είναι εστιασμένο στη “Something Wicked Saga”, ενώ το άλλο μισό είναι αυτοτελή κομμάτια.

Drums, κιθάρα, υποβλητικό μπάσο και η εισαγωγή από προειδοποιητικά σύννεφα και βροντές μετατρέπεται σταδιακά στην καταιγίδα που αναμενόταν να ξεσπάσει. Αποφασίζεται να τιμωρηθεί η ανθρώπινη φυλή για τη βλασφημία της, να καθαριστεί η γη από τους υποτακτικούς, δειλούς, παραπλανημένους, προδότες και ψεύτες, απατεώνες χωρικούς κατοίκους της.

Τα drums έχουν αρχίσει πλέον να σκάνε σαν μαστίγια και τα κιθαριστικά θέματα ενισχύουν την ατμόσφαιρα της Αποκάλυψης και της μαίνουσας μάχης ανάμεσα στους εκπροσώπους των Θεών και στους συνανθρώπους τους. Η δημοκτονία έχει ξεκινήσει, λοιμός από παθογενή ιό, σφαγή, πλάσματα που περιπλανώνται χωρίς ζωή μέσα τους, χάος, φρίκη και δυσωδία.

Στα lead vocals ο Stu Block αποδίδει όλο το φάσμα των συναισθημάτων και των δυο μαχόμενων στρατοπέδων, την αποφασιστικότητα για ανελέητη σφαγή, την πεποίθηση ότι έχει κάποιος το δικαίωμα για κάτι τέτοιο και το δίκαιο με το μέρος του, την τύφλωση από την οργή, την πληγωμένη περηφάνια από την προδοσία που δεν περίμεναν, την ανάγκη εκδίκησης που αντιμάχεται με την ανάγκη για ηρεμία και ασφάλεια.

Σε πιο χαλαρό και συναισθηματικό ύφος ξεκινάει το δεύτερο μέρος με το If I Could See You, μόνο για να επιστρέψει στην ένταση στα μισά του Cthulhu μετά από ένα μυστηριώδες, κινούμενο σε Lovecraft-ική διάθεση, ξεκίνημα, και να διατηρήσει μια εναλλαγή εντάσεων και μια σταθερά επική ατμόσφαιρα στα υπόλοιπα κομμάτια, περιπλανώμενο πάντα γύρω από θέματα αναμέτρησης ανάμεσα σε σκότος και φως, επιβίωσης και εσωτερικών διαμαχών, εκδίκησης και δικαίωσης, τα σημεία των καιρών, αλλά και ιστοριών για πλάσματα που κινούνται σε μυθικές διαστάσεις και να κλείσει με ένα κάπως pranky outro...

Χριστίνα Γούσιου



Ομάδα Σύνταξης FeelA RockA