Ροκ Περιοδικό - info@feelarocka.com

Dolores O'Riordan - And we’ll miss you when you’re gone...


Τετάρτη 17 Ιανουαρίου 2018

 

dolores-o-riordan

Δεν ξέρω τι ακριβώς θέση είχαν οι Cranberries στο παγκόσμιο μουσικό στερέωμα, αν ήταν ένα ακόμα από τα κολλήματα των ελληνικών FM ή όχι, και δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα. Ήταν ένα από τα συγκροτήματα που δημιουργούσαν ένα σπάνιο δέσιμο. Όσες φορές έφτανε η κουβέντα στους Ιρλανδούς, σαν να σταματούσε η κριτική. Όχι επειδή δεν μπορούσε να γίνει, αλλά επειδή κανείς δεν ήθελε να την κάνει, επειδή κανέναν δεν ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Όλα τα σχόλια περί της soft alternative του ’90, δεν έπιαναν τόπο μπροστά στο συναισθηματικό δέσιμο. Και ένα τέτοιο υπήρχε. Οι σημερινοί «επικήδειοι του Facebook» αντί για σκέτα RIP, είναι γεμάτοι προσωπικές ιστορίες, στιγμές που ένα Animal Instinct, ένα Linger ή ένα Salvation, απέκτησε υπόσταση πέρα από ένα ωραίο τραγουδάκι. Αυτό ήταν και το πιο σημαντικό κομμάτι της προσφοράς τους που μπορώ να αναγνωρίσω, χωρίς καμία διάθεση αποστασιοποίησης. Πέρα από μουσικές καινοτομίες ή δίσκους που άλλαξαν τον κόσμο και λοιπά βαρύγδουπα, που δε νομίζω ότι ευσταθούν στην προκειμένη περίπτωση.

Κάποια τραγούδια τους ήταν ο ιδανικός τρόπος να ξεκινάς τη μέρα σου, κάποια άλλα ήταν ένα χαλαρό απόγευμα με παρέα, ένα ευχάριστο διάλειμμα στις στατικές ραδιοφωνικές λίστες και μια μελωδία που χαιρόσουν τα σιγοτραγουδάς. Εκτός απ’ το Zombie. Αυτό δεν ήταν τίποτα απ’ αυτά. Ήταν μια σπαρακτική αφιέρωση σε δύο παιδιά που σκοτώθηκαν σε επίθεση του IRA. Κι ας κατέληξε ως ένα σχεδόν-ανέκδοτο ανάμεσα σε κάμποσες παρέες μετά από μια εικοσαετία συνεχούς airplay. Από το 1993, μέχρι την πρώτη διάλυσή τους το 2003, οι Cranberries κατάφεραν να στιγματίσουν με τον πιο απαλό και ύπουλο τρόπο μια δεκαετία και να δώσουν το χαμόγελο που έλειπε σε μια εποχή που λάτρευε πιο σκοτεινά μοτίβα. Στη δύση της grunge, μέσα στο χαμό της brit pop και στην άνθιση της κολλεγιακής rock από την άλλη μεριά του Ατλαντικού, αλλά και μια pop που καλά κρατεί, η προσοχή πέφτει το δίχως άλλο σε πιο φανταχτερά ονόματα. Δίπλα όμως στο δέος του What’s the Story, Morning Glory ή την αρτιότητα του OK Computer, θα υπάρχει κι ένα τσίμπημα στο No Need to Argue ή ένα χαζό χαμογελάκι στο Everyone Else Is Doing It, So Why Can’t We?.

Ξεδιάντροπα συναισθηματικοί οι λόγοι για όλη αυτή τη θλίψη για το χαμό μιας γυναίκας στα 46 της χρόνια, από αίτια που ακόμα δεν γνωρίζουμε και δε θα έπρεπε και να μας ενδιαφέρουν. Δίσκοι και τραγούδια που στη σωστή ηλικία έκαναν το «κλικ» και από τότε έμειναν, συναυλίες που είδαμε ή δεν τα καταφέραμε και ακόμα ξενερώνουμε γι’ αυτό, σχολικοί έρωτες που ποτίστηκαν με mixtapes της μοναδικής φωνής της Dolores και ερωτικές απογοητεύσεις χρωματισμένες με τα ίδια πινέλα.

Οι solo κυκλοφορίες της, όπως και το reunion/δισκογραφικό comeback των Cranberries, κινήθηκαν σε παρόμοια μονοπάτια και παρότι δεν εντυπωσίασαν με εξαίρεση κάποια single-άκια (πχ Ordinary Day), δεν απογοήτευσαν, υποδεικνύοντας για ακόμη μα φορά τη σημασία του timing στην μουσική, αλλά ταυτόχρονα αποδεικνύοντας τη συνέπειά τους, τόσο στους φαν, όσο και στους ίδιους. Ένα συγκρότημα που ποτέ δε χρειάστηκε να αλλάξει, να εξελιχθεί και έμεινε αληθινό σε αυτό που γούσταρε στα 20 του, το γούσταρε και στα 40 του. Αν και δεν μας έμειναν πολλά από το Roses (2012), μας έμεινε ο ρομαντισμός για μια σκηνή που μπορεί πλέον να έχει χαθεί, μα δεν ξενέρωσε ποτέ.

Στις 15/1/2018 γράφτηκε και ο επίλογος αυτής της ιστορίας – θα μπορούσε να είναι πιο όμορφος ή όχι τόσο σύντομος και ξαφνικός, αλλά δυστυχώς αυτός είναι. Υπάρχουν όμως τα τραγούδια, οι ιστορίες και το αίσθημα του «wake up and smell the coffee» που θα μας κάνουν να παίζουμε την ίδια ιστορία ξανά και ξανά, κρατώντας απ’ έξω το φινάλε της. Άλλωστε έχει ο καθένας μία δική του και ας την κρατήσει έτσι, μαζί με το τσίμπημα και το χαμόγελο.

…and we’ll miss you when you’re gone…”.




του Δημήτρη Φαληρέα